Απ' έξω τέλεια

 Κάθε μέρα που γυρνούσε απ’ το σχολείο, τον έβρισκε να κοιτάει το παλιό νεοκλασικό. Απλώς ακουμπούσε σ’ ένα δέντρο – είχε ακόμα δέντρα η γειτονιά της τότε – κι αγνάντευε το όμορφο σπίτι. Πέρασε μια βδομάδα και μετά άλλη μια κι όσο το φθινόπωρο έμπαινε για τα καλά, η περιέργειά της σχετικά με την παρουσία του εκεί μεγάλωνε. Ένα μεσημέρι γυρνώντας σπίτι, πέρασε από δίπλα του.

- Υπέροχη δεν είναι;
- Ποια; Είπε αυτός με απορία.
- Η Έμμα! Έτσι λέμε αυτό το σπίτι με τον μπαμπά μου. Το βαφτίσαμε έτσι γιατί τα παντζούρια του είναι κόκκινα σαν το αίμα!
Τότε εκείνος γέλασε αργόσυρτα και ήρεμα.
- Κάπως μακάβρια ιδέα, μα ναι, δεν έχεις άδικο μικρή μου, είναι υπέροχη!
- Κι από μέσα πρέπει να ‘ναι πανέμορφη, ε;
- Μμμ... δεν είμαι σίγουρος.
- Τι εννοείτε; Δεν έχετε μπει μέσα;
- Ποτέ.
- Μα, τόσο καιρό... όλες αυτές τις μέρες που σας βλέπω να την κοιτάτε, νόμιζα...
- Δεν έχω μπει σ’ αυτό το σπίτι και ούτε θα το επιχειρήσω.
- Μα γιατί; Το βλέμμα σας όταν κοιτάτε αυτό το σπίτι... Δε θέλετε να την δείτε από μέσα;
- Ω θέλω, πολύ!
- Τότε;
- Προτιμώ να κάθομαι να την κοιτάζω απ’ έξω, που είναι τέλεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου