Ξύπνησα και κρύωνα. Κόντευε καλοκαίρι κι εγώ κρύωνα από την υγρασία. Τόση πολλή και τόσο πηχτή που ξυπνάω και τη νιώθω μέσα μου και θέλω να πάω στην τουαλέτα να ξεράσω για να φύγει, αλλά δεν έχει νόημα γιατί δεν είναι στο στομάχι μου, είναι στα κόκκαλά μου μέσα. Σηκώθηκα τρίζοντας σα γέρος και σύρθηκα ως τον καναπέ. Έκατσα για λίγο εκεί, αφαιρώντας τσίμπλες και προσπαθώντας να ξυπνήσω. Σκέφτηκα πως αν ερχόσουν ποτέ ξανά στη μικρή μου σπηλιά, θα ρουφούσες όλη την υγρασία. Η ατμόσφαιρα θα ελάφραινε και πάλι. Μετά συνειδητοποίησα πόσο θλιβερό κι απαίσιο είναι να σε βλέπω σαν αφυγραντήρα. Τον προσωπικό μου συναισθηματικό αφυγραντήρα. Μα ήδη, στον απόηχο αυτή της σκέψης, πληκτρολογούσα ξανά τον αριθμό σου.
Το καινούργιο παντελόνι (Οι Αζτέκοι έφταιγαν για όλα)
Τι να ‘κανε; Πήγε κι αυτός να πάρει καινούργιο παντελόνι, γιατί τον κοίταζαν λίγο λοξά στη δουλειά. Ένας φίλος του ‘πε διακριτικά πως ίσως χρειάζεται να πάει για ψώνια και το πήρε το μήνυμα. Δεν ήταν πως ο Στέφανος φορούσε τίποτα σκισμένα ή κάτι τέτοιο, απλά φαινόταν κάπως...αφρόντιστος για το προφίλ της εταιρείας. Του την έσπαγε που εκτός απ’ όλα τ’ άλλα που ‘χε στο κεφάλι του, έπρεπε τώρα να ασχολείται και με το τι ρούχα θα βάλει, θέμα που του περνούσε έτσι κι αλλιώς τελείως αδιάφορο. Απ’ την άλλη, τα επικριτικά βλέμματα των συναδέλφων, αυτά τα βλέμματα που έκρυβαν και λίγη λύπηση μέσα και που ήθελε να τα αποδιώξει μπουνιδόν, του κόστιζαν περισσότερο απ’ όσο ένα καινούργιο παντελόνι.
Πήγε λοιπόν σ’ ένα απ’ αυτά τα μαγαζιά με τις χαμηλές τιμές. Αυτά τα μαγαζιά που τα αντρικά ρούχα απευθύνονται πιο πολύ σε γυναίκες (τι να υποθέσουμε για τα γυναικεία;) αλλά μπορείς να βρεις παντελόνι με είκοσι ευρώ οπότε το βουλώνεις και ψάχνεις να βρεις κάτι υποφερτό να δοκιμάσεις. Δεν του πήρε και πολλή ώρα. Λίγο αργότερα επέστρεφε σπίτι με μια σακκούλα περιέχουσα το καινούργιο μαύρο παντελόνι και ένιωθε κι ευχαριστημένος.
Λίγος κόσμος πηγαινοερχόταν βαριεστημένα στα πεζοδρόμια κι ο Στέφανος τους χάζευε. Μια κομμωτηριασμένη κυρία βαρούσε μαλακά μα αυστηρά μπατσάκια την κόρη της που δεν ήθελε – εδώ και ώρα μάλλον – να της πιάσει το χέρι. Ένας κρεοπώλης στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του και κάπνιζε. Απο πάνω του ακριβώς υπήρχε και η ταμπέλα του μαγαζιού: «Εκλεκτά κρέατα – Κωνσταντίνος Χασάπης». Όνομα και πράμα, στην κυριολεξία, σκέφτηκε ο Στέφανος. Έτσι όπως ήταν ο κύριος Χασάπης, με τα αίματα στην ποδιά, έμοιαζε λες και είχε βγει από μια αιματηρή μάχη κι απολάμβανε τώρα ένα επινίκιο ξεκουραστικό τσιγάρο. Ο περιπτεράς απέναντι απλώς καθόταν μέσα στο κουτί του και τους μισούσε όλους. Ένας παππούς περνούσε το δρόμο αργά. Πολύ αργά. Με τόσο αργό βήμα που ‘χουν κάποιοι ηλικιωμένοι, ο Στέφανος πάντα σκεφτόταν πόσο ελεύθερο χρόνο πρέπει να ‘χαν. Αυτός ο παππούς μπορεί να πήγαινε τώρα να φάει κάπου έξω και να ‘χε ξεκινήσει απ’ το σπίτι του στις δέκα το πρωί. Τώρα περνούσε το δρόμο με υπερπροσπάθεια χελώνας-μαραθωνοδρόμου. Όλα κυλούσαν κανονικά στην πόλη κι ο Στέφανος ήταν ακόμα ένας αργόσχολος που τριγυρνούσε στο κέντρο. Είχε πάντως καινούργιο παντελόνι.
Ο Τάσος, ένας μελαγχολικός πιτσαδόρος (υπάρχουν ντελιβεράδες που δεν είναι μελαγχολικοί;) περνούσε τον κατηφορικό δρομάκο και τα μάτια του κλείνανε γιατί δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Είχε εγκαταστήσει ένα παιχνίδι στρατηγικής στον υπολογιστή τον τελευταίο καιρό και πάλευε να το τερματίσει. Όλος ο πολιτισμός των Αζτέκων, όπως τον είχε γνωρίσει, τον είχε κυριεύσει και τον είχε εξελίξει το προηγούμενο βράδυ, περνούσε από το μυαλό του όσο αυτός αργά αργά έκλεινε τα μάτια του. Στρατιώτες, η οικονομία του κράτους, οι διαπραγματεύσεις με τους αντίπαλους λαούς, τα cheats, ο πόλεμος με το ναυτικό (είχαν οι Αζτέκοι ναυτικό;), ο πόλεμος με τα υπερεξελιγμένα αεροπλάνα των Μογγόλων το 2035, γυμνόστηθες θεότητες, σφαίρες, θυσίες, εκτελέσεις, κάτσε ρε θα τον σκοτώσεις τον άνθρωπο
ε;
Ενστικτωδώς ο Τάσος άνοιξε τα μάτια και πρόλαβε μόνο να φωνάξει σαστισμένος καθώς το μηχανάκι του χτυπούσε τον παππού και τον εκτόξευε πέντε μέτρα πιο πέρα. Το μηχανάκι ανατράπηκε, ο Τάσος προσγειώθηκε σ’ έναν θάμνο και πίτσες απλώθηκαν σ’ όλη τη διάβαση, την άσφαλτο και το πεζοδρόμιο. Η μαγκούρα του παππού έφυγε από τα χέρια του την ώρα που και ο ίδιος βρισκόταν στον αέρα και προσγειώθηκε στη γυάλινη πρόσοψη του διπλανού καφέ («café Thomas»). Έγινε θρίψαλα αμέσως και όλοι οι πελάτες γύρισαν σοκαρισμένοι σαν σε χορευτικό. Πέρασαν δυο-τρια τεράστια δευτερόλεπτα σιωπής. Όλοι τριγύρω είχαν παγώσει. Όταν τελείωσε η μικρή παύση του σοκ, η κομμωτηριασμένη κυρία έδωσε μια γερή στον πισινό της κόρης της και την απομάκρυνε βιαστικά. Ο χασάπης ρούφηξε το μισό τσιγάρο μονοκοπανιά, πέταξε το υπόλοιπο στο πεζοδρόμιο κι έτρεξε προς τον γέρο. Ο περιπτεράς γαμωσταύρησε την τύχη του και κάποιος κάλεσε το 166. Ο Στέφανος έτρεξε κι αυτός προς τον παππού.
Κι ήταν κι ένας ακόμα. Ο ιδιοκτήτης του café Thomas, ο κυρ Θωμάς δηλαδή είχε σταθεί στην πόρτα έτοιμος για τσαμπουκά μέχρι τελικής πτώσεως. Είχε εκείνη τη φοβερή αμηχανία που ‘χει κάποιος όταν είναι έξαλλος αλλά δεν είναι σίγουρος σε ποιόν πρέπει να ρίξει την ευθύνη και σε ποιόν να ξεσπάσει. Είχε μπερδευτεί. Επιθεώρησε τη σκηνή για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα και τελικά αποφάσισε πως έφταιγε ο ντελιβεράς. Πήγε λοιπόν κι άρπαξε απ’ τον γιακά τον Τάσο, και τον σήκωσε απότομα, όσο αυτός έτριβε το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. «Τι έκανες ρε μαλακισμένο; Τι έκανες ρε κωλόπαιδο;» του φώναζε εκτοξεύοντας σάλια στη μούρη του. Ήρθαν τότε οι αναμενώμενοι κομπάρσοι που έτυχε να περνάνε εκείνη την ώρα και χώρισαν το μικρό από τον τσαμπουκαλεμένο κυρ Θωμά, που εκείνη τη στιγμή τον πήγαινε πέρα-δώθε από το γιακά.
Χασάπης και Στέφανος ανασήκωσαν τον παππού. Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του αλλά προσπαθούσαν να καταλάβουν αν είχε χτυπήσει σοβαρά. Ο καημένος ο γέρος είχε πάθει σοκ και δε μπορούσε να μιλήσει. Παραδίπλα ο Τάσος είχε σηκωθεί και πάσχιζε να δώσει εξηγήσεις στον μαγαζάτορα, χωρίς να ξέρει καλά καλά για ποιο πράγμα. Αυτός, ανάμεσα στους κομπάρσους που τον απομακρύνανε, φώναζε πως θα φωνάξει τους μπάτσους. Μετά από λίγο και χωρίς να σταματάει να φωνάζει, μπήκε πάλι στο μαγαζί του, περνώντας μέσα από τη σπασμένη βιτρίνα και πατώντας πάνω σε σπασμένα γυαλιά.
«Πω ρε πούστη τι μαλακία έκανα» είπε ο Τάσος σκυμμένος πάνω απ’ τον κοκκαλομένο γέρο κι απευθυνόμενος στον Στέφανο, που αισθάνθηκε πως θα τον καταλάβαινε περισσότερο απ’ όλους. «Είναι καλά ο γέρος; Τι να κάνω;» «Καλά είναι, σήκω φύγε. Καλέσανε ασθενοφόρο». «Δεν το ‘θελα ρε φίλε, δεν το ‘κανα επίτηδες, δε φταίω!» «Καταρχάς φταις, μη λέμε μαλακίες τώρα. Σήκω φύγε γρήγορα γιατί αν ο άλλος ο μαλάκας φωνάξει τους μπάτσους θα σου τα πρήζουν μέχρι το βράδυ».
Όση ώρα μιλούσαν, ο Χασάπης έκανε χοντροκομμένες απόπειρες επικοινωνίας με τον παππού. «Θείο!» φώναζε, «ρε θείο!» ξαναφώναζε και τον σκουντούσε. Ούτε που άκουγε τι λέγανε οι άλλοι. Ο Τάσος πήγε σήκωσε το μηχανάκι, μάζεψε και το κουτί για τις πίτσες, παραλίγο να γλιστρήσει πατώντας ένα κομμάτι που ‘χε πέσει εκεί παρά δίπλα, καβάλησε τη μηχανή και έβαλε μπρος να φύγει.
Η φασαρία της εξάτμισης μπλέχτηκε με τους ήχους του ασθενοφόρου που εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή στην άλλη άκρη του δρόμου. Όσο ο Τάσος απομακρυνόταν, κι ενώ μέσα του αναθεμάτιζε τους καταραμένους τους Αζτέκους, βγήκε πάλι τρέχοντας απο το μαγαζί ο κυρ Θωμάς. «Ε! Που πάει αυτός ρε; Καλά ρε μαλάκες, τον αφήσατε να φύγει;» φώναζε, αλλά οι κομπάρσοι είχαν φύγει, ο Στέφανος κι ο κύριος Χασάπης ο χασάπης βοηθούσαν στο ασθενοφόρο κι ο περιπτεράς είχε σταματήσει εδώ και ώρα να δίνει σημασία. Ο κυρ Thomas μπήκε πάλι στην καφετέρια φουριόζος εξαπολύοντας βρισιές, απειλές και νταϊλίκια προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Τι άλλο θα δούμε σήμερα...» είπε ο Κωνσταντίνος Χασάπης και σκούπισε τα χέρια του στην – απο πριν, μην τρομάζετε – ματωμένη ποδιά του, μάλλον από συνήθεια. Έφυγε κι αυτός για το μαγαζί του κι ο Στέφανος έμεινε μόνος.
Ξαφνικά είχε επικρατήσει φοβερή ησυχία. Αν εξαιρούσες τη σπασμένη τζαμαρία και τα κομμάτια πίτσας στο δρόμο, όλα ήταν όπως πριν. Προσπάθησε να κάνει ένα ριστάρτ τις σκέψεις του για να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Εκείνη την ώρα ήρθαν και οι μπάτσοι (σε κάτι τέτοια οι μπάτσοι φτάνουν πάντα τελευταίοι) κι αυτός σηκώθηκε να φύγει γιατί δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει μαζί τους, ούτε να τον έχει για μάρτυρα αυτός ο μαλάκας ο café-Θωμάς.
Πήρε λοιπόν πάλι το δρόμο προς το σπίτι, όταν ξαφνικά θυμήθηκε κάτι. Το παντελόνι. Πού ήταν η σακκούλα με το καινούργιο παντελόνι; Θυμήθηκε πως την είχε πετάξει παράμερα όταν έτρεξε προς τον εκτοξευόμενο γέρο. Κοίταξε τριγύρω, στους θάμνους, στο πεζοδρόμιο, στο δρόμο, τίποτα. «Γαμώ την πουτάνα μου» αναστέναξε θυμωμένος και με κάποια κούραση και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι, είκοσι ευρώ φτωχότερος και χωρίς καινούργιο παντελόνι.
Πήγε λοιπόν σ’ ένα απ’ αυτά τα μαγαζιά με τις χαμηλές τιμές. Αυτά τα μαγαζιά που τα αντρικά ρούχα απευθύνονται πιο πολύ σε γυναίκες (τι να υποθέσουμε για τα γυναικεία;) αλλά μπορείς να βρεις παντελόνι με είκοσι ευρώ οπότε το βουλώνεις και ψάχνεις να βρεις κάτι υποφερτό να δοκιμάσεις. Δεν του πήρε και πολλή ώρα. Λίγο αργότερα επέστρεφε σπίτι με μια σακκούλα περιέχουσα το καινούργιο μαύρο παντελόνι και ένιωθε κι ευχαριστημένος.
Λίγος κόσμος πηγαινοερχόταν βαριεστημένα στα πεζοδρόμια κι ο Στέφανος τους χάζευε. Μια κομμωτηριασμένη κυρία βαρούσε μαλακά μα αυστηρά μπατσάκια την κόρη της που δεν ήθελε – εδώ και ώρα μάλλον – να της πιάσει το χέρι. Ένας κρεοπώλης στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του και κάπνιζε. Απο πάνω του ακριβώς υπήρχε και η ταμπέλα του μαγαζιού: «Εκλεκτά κρέατα – Κωνσταντίνος Χασάπης». Όνομα και πράμα, στην κυριολεξία, σκέφτηκε ο Στέφανος. Έτσι όπως ήταν ο κύριος Χασάπης, με τα αίματα στην ποδιά, έμοιαζε λες και είχε βγει από μια αιματηρή μάχη κι απολάμβανε τώρα ένα επινίκιο ξεκουραστικό τσιγάρο. Ο περιπτεράς απέναντι απλώς καθόταν μέσα στο κουτί του και τους μισούσε όλους. Ένας παππούς περνούσε το δρόμο αργά. Πολύ αργά. Με τόσο αργό βήμα που ‘χουν κάποιοι ηλικιωμένοι, ο Στέφανος πάντα σκεφτόταν πόσο ελεύθερο χρόνο πρέπει να ‘χαν. Αυτός ο παππούς μπορεί να πήγαινε τώρα να φάει κάπου έξω και να ‘χε ξεκινήσει απ’ το σπίτι του στις δέκα το πρωί. Τώρα περνούσε το δρόμο με υπερπροσπάθεια χελώνας-μαραθωνοδρόμου. Όλα κυλούσαν κανονικά στην πόλη κι ο Στέφανος ήταν ακόμα ένας αργόσχολος που τριγυρνούσε στο κέντρο. Είχε πάντως καινούργιο παντελόνι.
Ο Τάσος, ένας μελαγχολικός πιτσαδόρος (υπάρχουν ντελιβεράδες που δεν είναι μελαγχολικοί;) περνούσε τον κατηφορικό δρομάκο και τα μάτια του κλείνανε γιατί δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου. Είχε εγκαταστήσει ένα παιχνίδι στρατηγικής στον υπολογιστή τον τελευταίο καιρό και πάλευε να το τερματίσει. Όλος ο πολιτισμός των Αζτέκων, όπως τον είχε γνωρίσει, τον είχε κυριεύσει και τον είχε εξελίξει το προηγούμενο βράδυ, περνούσε από το μυαλό του όσο αυτός αργά αργά έκλεινε τα μάτια του. Στρατιώτες, η οικονομία του κράτους, οι διαπραγματεύσεις με τους αντίπαλους λαούς, τα cheats, ο πόλεμος με το ναυτικό (είχαν οι Αζτέκοι ναυτικό;), ο πόλεμος με τα υπερεξελιγμένα αεροπλάνα των Μογγόλων το 2035, γυμνόστηθες θεότητες, σφαίρες, θυσίες, εκτελέσεις, κάτσε ρε θα τον σκοτώσεις τον άνθρωπο
ε;
Ενστικτωδώς ο Τάσος άνοιξε τα μάτια και πρόλαβε μόνο να φωνάξει σαστισμένος καθώς το μηχανάκι του χτυπούσε τον παππού και τον εκτόξευε πέντε μέτρα πιο πέρα. Το μηχανάκι ανατράπηκε, ο Τάσος προσγειώθηκε σ’ έναν θάμνο και πίτσες απλώθηκαν σ’ όλη τη διάβαση, την άσφαλτο και το πεζοδρόμιο. Η μαγκούρα του παππού έφυγε από τα χέρια του την ώρα που και ο ίδιος βρισκόταν στον αέρα και προσγειώθηκε στη γυάλινη πρόσοψη του διπλανού καφέ («café Thomas»). Έγινε θρίψαλα αμέσως και όλοι οι πελάτες γύρισαν σοκαρισμένοι σαν σε χορευτικό. Πέρασαν δυο-τρια τεράστια δευτερόλεπτα σιωπής. Όλοι τριγύρω είχαν παγώσει. Όταν τελείωσε η μικρή παύση του σοκ, η κομμωτηριασμένη κυρία έδωσε μια γερή στον πισινό της κόρης της και την απομάκρυνε βιαστικά. Ο χασάπης ρούφηξε το μισό τσιγάρο μονοκοπανιά, πέταξε το υπόλοιπο στο πεζοδρόμιο κι έτρεξε προς τον γέρο. Ο περιπτεράς γαμωσταύρησε την τύχη του και κάποιος κάλεσε το 166. Ο Στέφανος έτρεξε κι αυτός προς τον παππού.
Κι ήταν κι ένας ακόμα. Ο ιδιοκτήτης του café Thomas, ο κυρ Θωμάς δηλαδή είχε σταθεί στην πόρτα έτοιμος για τσαμπουκά μέχρι τελικής πτώσεως. Είχε εκείνη τη φοβερή αμηχανία που ‘χει κάποιος όταν είναι έξαλλος αλλά δεν είναι σίγουρος σε ποιόν πρέπει να ρίξει την ευθύνη και σε ποιόν να ξεσπάσει. Είχε μπερδευτεί. Επιθεώρησε τη σκηνή για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα και τελικά αποφάσισε πως έφταιγε ο ντελιβεράς. Πήγε λοιπόν κι άρπαξε απ’ τον γιακά τον Τάσο, και τον σήκωσε απότομα, όσο αυτός έτριβε το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. «Τι έκανες ρε μαλακισμένο; Τι έκανες ρε κωλόπαιδο;» του φώναζε εκτοξεύοντας σάλια στη μούρη του. Ήρθαν τότε οι αναμενώμενοι κομπάρσοι που έτυχε να περνάνε εκείνη την ώρα και χώρισαν το μικρό από τον τσαμπουκαλεμένο κυρ Θωμά, που εκείνη τη στιγμή τον πήγαινε πέρα-δώθε από το γιακά.
Χασάπης και Στέφανος ανασήκωσαν τον παππού. Δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του αλλά προσπαθούσαν να καταλάβουν αν είχε χτυπήσει σοβαρά. Ο καημένος ο γέρος είχε πάθει σοκ και δε μπορούσε να μιλήσει. Παραδίπλα ο Τάσος είχε σηκωθεί και πάσχιζε να δώσει εξηγήσεις στον μαγαζάτορα, χωρίς να ξέρει καλά καλά για ποιο πράγμα. Αυτός, ανάμεσα στους κομπάρσους που τον απομακρύνανε, φώναζε πως θα φωνάξει τους μπάτσους. Μετά από λίγο και χωρίς να σταματάει να φωνάζει, μπήκε πάλι στο μαγαζί του, περνώντας μέσα από τη σπασμένη βιτρίνα και πατώντας πάνω σε σπασμένα γυαλιά.
«Πω ρε πούστη τι μαλακία έκανα» είπε ο Τάσος σκυμμένος πάνω απ’ τον κοκκαλομένο γέρο κι απευθυνόμενος στον Στέφανο, που αισθάνθηκε πως θα τον καταλάβαινε περισσότερο απ’ όλους. «Είναι καλά ο γέρος; Τι να κάνω;» «Καλά είναι, σήκω φύγε. Καλέσανε ασθενοφόρο». «Δεν το ‘θελα ρε φίλε, δεν το ‘κανα επίτηδες, δε φταίω!» «Καταρχάς φταις, μη λέμε μαλακίες τώρα. Σήκω φύγε γρήγορα γιατί αν ο άλλος ο μαλάκας φωνάξει τους μπάτσους θα σου τα πρήζουν μέχρι το βράδυ».
Όση ώρα μιλούσαν, ο Χασάπης έκανε χοντροκομμένες απόπειρες επικοινωνίας με τον παππού. «Θείο!» φώναζε, «ρε θείο!» ξαναφώναζε και τον σκουντούσε. Ούτε που άκουγε τι λέγανε οι άλλοι. Ο Τάσος πήγε σήκωσε το μηχανάκι, μάζεψε και το κουτί για τις πίτσες, παραλίγο να γλιστρήσει πατώντας ένα κομμάτι που ‘χε πέσει εκεί παρά δίπλα, καβάλησε τη μηχανή και έβαλε μπρος να φύγει.
Η φασαρία της εξάτμισης μπλέχτηκε με τους ήχους του ασθενοφόρου που εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή στην άλλη άκρη του δρόμου. Όσο ο Τάσος απομακρυνόταν, κι ενώ μέσα του αναθεμάτιζε τους καταραμένους τους Αζτέκους, βγήκε πάλι τρέχοντας απο το μαγαζί ο κυρ Θωμάς. «Ε! Που πάει αυτός ρε; Καλά ρε μαλάκες, τον αφήσατε να φύγει;» φώναζε, αλλά οι κομπάρσοι είχαν φύγει, ο Στέφανος κι ο κύριος Χασάπης ο χασάπης βοηθούσαν στο ασθενοφόρο κι ο περιπτεράς είχε σταματήσει εδώ και ώρα να δίνει σημασία. Ο κυρ Thomas μπήκε πάλι στην καφετέρια φουριόζος εξαπολύοντας βρισιές, απειλές και νταϊλίκια προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Τι άλλο θα δούμε σήμερα...» είπε ο Κωνσταντίνος Χασάπης και σκούπισε τα χέρια του στην – απο πριν, μην τρομάζετε – ματωμένη ποδιά του, μάλλον από συνήθεια. Έφυγε κι αυτός για το μαγαζί του κι ο Στέφανος έμεινε μόνος.
Ξαφνικά είχε επικρατήσει φοβερή ησυχία. Αν εξαιρούσες τη σπασμένη τζαμαρία και τα κομμάτια πίτσας στο δρόμο, όλα ήταν όπως πριν. Προσπάθησε να κάνει ένα ριστάρτ τις σκέψεις του για να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Εκείνη την ώρα ήρθαν και οι μπάτσοι (σε κάτι τέτοια οι μπάτσοι φτάνουν πάντα τελευταίοι) κι αυτός σηκώθηκε να φύγει γιατί δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει μαζί τους, ούτε να τον έχει για μάρτυρα αυτός ο μαλάκας ο café-Θωμάς.
Πήρε λοιπόν πάλι το δρόμο προς το σπίτι, όταν ξαφνικά θυμήθηκε κάτι. Το παντελόνι. Πού ήταν η σακκούλα με το καινούργιο παντελόνι; Θυμήθηκε πως την είχε πετάξει παράμερα όταν έτρεξε προς τον εκτοξευόμενο γέρο. Κοίταξε τριγύρω, στους θάμνους, στο πεζοδρόμιο, στο δρόμο, τίποτα. «Γαμώ την πουτάνα μου» αναστέναξε θυμωμένος και με κάποια κούραση και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι, είκοσι ευρώ φτωχότερος και χωρίς καινούργιο παντελόνι.
Κυριακή στο χωριό
Της πουτάνας έγινε. Έφυγε το ‘να το πόδι από την ψησταριά, φύγαν και τα κρέατα και τα κάρβουνα κύλησαν όλα πάνω στον παππού. Ο παππούς είχε πάθει εγκεφαλικό πριν χρόνια κι ούτε να μιλήσει μπορούσε ούτε να κουνηθεί πολύ πολύ. Τον είχαμε βάλει δίπλα στη φωτιά να την κοιτάει και να χαίρεται. Πέσανε τα κάρβουνα πάνω του κι ούτε να φωνάξει μπορούσε, ούτε τίποτα. Καθόταν μόνο και καιγόταν. Λίγο ακόμα και θα τρώγαμε παππού στα κάρβουνα! Φωνές οι θείες, οδηγίες οι μπαμπάδες, πετάξαμε και τα λουκάνικα, άσε, της πουτάνας έγινε.
Η δίψα και η απληστία του υπερδέκτη
Να φτιάξω.
Θέλω να φτιάξω. Πρέπει να φτιάξω.
Πρέπει να φτιάξω κάτι.
Πρέπει να δημιουργήσω.
Να δω.
Θέλω να δω κι άλλα.
Κι άλλες εικόνες,
κι άλλα τραγούδια.
Θα κρατηθώ,
δε θα πιώ άλλο
γιατί είναι ωραία
αλλά με μεθάει και μετά
δε μπορώ να φτιάξω άλλο.
Θέλω να φτιάξω.
Να γράψω.
Να μεταφέρω.
Να στύψω το μυαλό μου μέσα σε ένα ψηφιακό ή χειρόγραφο χωνί
και να βγει κάτι.
Είναι πάντα κάτι μαγικό.
Θέλω να βγαίνει κάτι.
Κάθε τόσο.
Συχνά.
Δε θα κοιμηθώ. Δώστε μου κι άλλες εικόνες
να δω.
Αφήστε με να κατεβάσω κι άλλα,
λίγα ακόμα τραγούδια
να ακούσω.
Να αφουγκραστώ.
Δε γίνεται αυτό στον ύπνο.
Νυστάζω.
Δε θα κοιμηθώ.
Δώστε μου κι άλλο.
Θέλω να φτιάξω. Πρέπει να φτιάξω.
Πρέπει να φτιάξω κάτι.
Πρέπει να δημιουργήσω.
Να δω.
Θέλω να δω κι άλλα.
Κι άλλες εικόνες,
κι άλλα τραγούδια.
Θα κρατηθώ,
δε θα πιώ άλλο
γιατί είναι ωραία
αλλά με μεθάει και μετά
δε μπορώ να φτιάξω άλλο.
Θέλω να φτιάξω.
Να γράψω.
Να μεταφέρω.
Να στύψω το μυαλό μου μέσα σε ένα ψηφιακό ή χειρόγραφο χωνί
και να βγει κάτι.
Είναι πάντα κάτι μαγικό.
Θέλω να βγαίνει κάτι.
Κάθε τόσο.
Συχνά.
Δε θα κοιμηθώ. Δώστε μου κι άλλες εικόνες
να δω.
Αφήστε με να κατεβάσω κι άλλα,
λίγα ακόμα τραγούδια
να ακούσω.
Να αφουγκραστώ.
Δε γίνεται αυτό στον ύπνο.
Νυστάζω.
Δε θα κοιμηθώ.
Δώστε μου κι άλλο.
Το άκαρδο κέικ και η λακωνική γριά
Βγαίνω αγουροξυπνημένος στο τσουχτερό κρύο. "Καλημέρα!" λέω στη γιαγιά που κάθεται όπως πάντα έξω από την πόρτα του σπιτιού της. "Ναι." μου απαντάει. Την αγνοώ και προχωράω.
Μασουλάω ένα κομμάτι κέικ με σοκολάτα και είναι το μόνο μου γεύμα για τη μέρα, που ξεκινάει καθυστερημένα. Εκεί που περπατάω, σπάει το κέικ στα δύο και πέφτει το μισό στο πεζοδρόμιο. Με τη σοκολάτα του να σχηματίζει ένα σαδιστικό χαμόγελο, ξαπλώνει εκεί και με κοιτάζει κοροϊδευτικά. Στέκομαι και το κοιτάζω κι εγώ, εντελώς ψυχρός. "Ε, λοιπόν" του λέω, "δεν έχω τίποτα να σου πω. Μη με κοιτάς έτσι, σου λέω δεν έχω τίποτα να πω. Μόνο σκατά, σκατά, σκατά!".
Δεν περιμένω απάντηση, το προσπερνάω δήθεν αδιάφορα. Τη στιγμή που το πατάω και πριν αυτό πεθάνει, προλαβαίνει να διαλυθεί σε μικρά ψίχουλα, κάνοντάς με να γλιστρήσω. "Ε, γαμώ το Χριστό σου!" του φωνάζω και το ξαναπατάω με μίσος. Συνειδητοποιώ πως η γριά γειτόνισσα έχει παρακολουθήσει όλο το σκηνικό και γυρνάω να την κοιτάξω.
"Καλή μέρα, ε;" μου λέει, σαφώς πιο ευδιάθετη από πριν.
"Ναι." της απαντάω και προχωράω.
Μασουλάω ένα κομμάτι κέικ με σοκολάτα και είναι το μόνο μου γεύμα για τη μέρα, που ξεκινάει καθυστερημένα. Εκεί που περπατάω, σπάει το κέικ στα δύο και πέφτει το μισό στο πεζοδρόμιο. Με τη σοκολάτα του να σχηματίζει ένα σαδιστικό χαμόγελο, ξαπλώνει εκεί και με κοιτάζει κοροϊδευτικά. Στέκομαι και το κοιτάζω κι εγώ, εντελώς ψυχρός. "Ε, λοιπόν" του λέω, "δεν έχω τίποτα να σου πω. Μη με κοιτάς έτσι, σου λέω δεν έχω τίποτα να πω. Μόνο σκατά, σκατά, σκατά!".
Δεν περιμένω απάντηση, το προσπερνάω δήθεν αδιάφορα. Τη στιγμή που το πατάω και πριν αυτό πεθάνει, προλαβαίνει να διαλυθεί σε μικρά ψίχουλα, κάνοντάς με να γλιστρήσω. "Ε, γαμώ το Χριστό σου!" του φωνάζω και το ξαναπατάω με μίσος. Συνειδητοποιώ πως η γριά γειτόνισσα έχει παρακολουθήσει όλο το σκηνικό και γυρνάω να την κοιτάξω.
"Καλή μέρα, ε;" μου λέει, σαφώς πιο ευδιάθετη από πριν.
"Ναι." της απαντάω και προχωράω.
Κι άλλο
Κι αν ακόμα αντικαθιστούσαμε
όλες τις ήρεμες μέρες,
τις περιόδους αδράνειας και οκνυρίας,
τα χρόνια αναμονής και δισταγμού,
αν τα αλλάζαμε με ασταμάτητες κι ακούραστες προσπάθειες αναζήτησης
και απορρόφισης κάθε μικρής σταγόνας ζωής και εμπειρίας,
θα ξυπνούσαμε ξανά απογοητευμένοι.
Απογοητευμένοι γιατί αυτό που ήδη ξέρουμε,
οτι δηλαδή όσα κι αν κάνεις, αυτά που δεν θα έχεις κάνει θα είναι πάντα περισσότερα,
αυτή η ρήση
που θα συμβούλευε κάποιον να ηρεμήσει
και να πάψει να κυνηγάει το τέλειο ή πάντως το ολοκληρωμένο,
ενώ το ξέρουμε κι αποδεινύεται με απλά μαθηματικά πως είναι έτσι,
δε μπορεί αυτή η πληροφορία να βάλει για ύπνο το μαύρο μας σκύλο.
Το μαύρο σκύλο που ζει μέσα μας
και που κι αυτός όσο τον ταΐζουμε,
θέλει κι άλλο.
όλες τις ήρεμες μέρες,
τις περιόδους αδράνειας και οκνυρίας,
τα χρόνια αναμονής και δισταγμού,
αν τα αλλάζαμε με ασταμάτητες κι ακούραστες προσπάθειες αναζήτησης
και απορρόφισης κάθε μικρής σταγόνας ζωής και εμπειρίας,
θα ξυπνούσαμε ξανά απογοητευμένοι.
Απογοητευμένοι γιατί αυτό που ήδη ξέρουμε,
οτι δηλαδή όσα κι αν κάνεις, αυτά που δεν θα έχεις κάνει θα είναι πάντα περισσότερα,
αυτή η ρήση
που θα συμβούλευε κάποιον να ηρεμήσει
και να πάψει να κυνηγάει το τέλειο ή πάντως το ολοκληρωμένο,
ενώ το ξέρουμε κι αποδεινύεται με απλά μαθηματικά πως είναι έτσι,
δε μπορεί αυτή η πληροφορία να βάλει για ύπνο το μαύρο μας σκύλο.
Το μαύρο σκύλο που ζει μέσα μας
και που κι αυτός όσο τον ταΐζουμε,
θέλει κι άλλο.
Πατρίδα
Να μείνουμε εδώ.
Σαραντάρηδες με χαρτοφύλακα.
Κρεμάμενα σώματα σε μισοσκότεινα υγρά πεζοδρόμια.
Να μείνουμε εδώ να εξυμνούμε τη ζωή των γονέων· πρώην κρεμάμενα σώματα κι αυτοί, ξαπλωμένοι πια σε πολυτελή φέρετρα, να μπολιάζουν με σαπίλα τη γη που κι αυτοί δεν εγκατέλειψαν ποτέ.
Να μείνουμε εδώ.
Πενηντάρηδες με παιδιά.
Παιδιά με όνειρα που χρήζουν κατεύθυνσης, τα δικά μας ζωντανά gameboy:
Για τα χρόνια που το παιχνίδι μεταφράζεται σε παλιμπαιδισμό, θα έχουμε τις ζωές των παιδιών μας. Παράλληλες πραγματικότητες, όχι ψηφιακές πλέον, για να παραμελούμε με καλύτερη αυτή τη φορά δικαιολογία τη δική μας πραγματικότητα.
Εξάλλου, αυτό δεν είναι που κάνουμε τώρα που είμαστε νέοι;
Νέοι.
Νεαροί παππούδες μάλλον,
που μαζί με την αποστολή εκπλήρωσης των ανεκπλήρωτων των γονέων, κουβαλάμε τα άγχη και την κούρασή τους. Τα κόκκαλά μας τρίζουν σαν αυτά των γιαγιάδων μας και τα μυαλά μας είναι μπερδεμένα και χαμένα σαν αυτά νεογέννητων παιδιών. Παιδιά που μεγάλωσαν κι έμαθαν τα πάντα για το Εδώ από γιαγιάδες με κόκκαλα που τρίζουν και δασκάλους. Άλλους με καθαρή συνείδηση κι άλλους χωρίς συνείδηση.
Και για το Αλλού τι τους είπαν; Κάτι για πιο πράσινο χορτάρι.
Αυτό το είπαν οι ονειροπόλοι και μετά, οι μη ονειροπόλοι τους είπαν πως οι ονειροπόλοι είπαν ψέματα.
Αυτό το είπαν οι ονειροπόλοι και μετά, οι μη ονειροπόλοι τους είπαν πως οι ονειροπόλοι είπαν ψέματα.
"Μείνετε εδώ", τους είπαν.
"Τιμήστε το γραφικό καφέ χορτάρι μας", τους είπαν,
"γιατί αν φύγετε σημαίνει πως παραιτηθήκατε".
Όταν τους το δίδαξαν αυτό, μερικοί απλώς απενοχοποίησαν την παραίτηση.
Οι υπόλοιποι έμειναν να περπατούν στους ίδιους δρόμους, παραμερίζοντας κρεμάμενα σώματα, μέχρι που γίνανε και οι ίδιοι τέτοια.
Δεν είπα να φύγουμε.
Ας ζυγίσουμε μόνο.
Την ανασφάλεια του αγνώστου με την σιγουριά μιας τέτοιας ζωής εδώ.
Πρόποση ΙΙ
Σ' εκείνα τα προβλήματα που, όσο επιμένουν,
επιμένουμε να τα στριμώχνουμε σε παρενθέσεις
Σ' αυτούς που μας απογοητεύουν
και στην ανασφάλεια μην απογοητευτούμε
Στην προσπάθειά μας να ανταποκριθούμε στα πρότυπα,
στη λύτρωση του να μη χρειάζεται
Στις προσδοκίες
και στις πιθανότητες
Στη χημεία και στην προσπάθεια,
στην ανάγκη
επιμένουμε να τα στριμώχνουμε σε παρενθέσεις
Σ' αυτούς που μας απογοητεύουν
και στην ανασφάλεια μην απογοητευτούμε
Στην προσπάθειά μας να ανταποκριθούμε στα πρότυπα,
στη λύτρωση του να μη χρειάζεται
Στις προσδοκίες
και στις πιθανότητες
Στη χημεία και στην προσπάθεια,
στην ανάγκη
Σκέψεις πριν ή μετά από τυχαία συνάντηση
Να πούμε τα νέα
να αποφύγουμε να πούμε τα παλιά
Ψιλή κουβέντα για τις σκόνες του χειμώνα
κι ούτε λέξη για τη σκουριά όλης της χρονιάς
Έρχονται οι ανοιξιάτικες μέρες του μπαλκονιού
μαζί με νύχτες μοναχικής υγρασίας
Να ξεχαστώ, αλλά να μην ξεχάσω
Να μείνει κάτι, αλλά να μην περιλαμβάνει πόνο
Να ζει κανείς, αλλά να μην αναρωτιέται τόσο
να αποφύγουμε να πούμε τα παλιά
Ψιλή κουβέντα για τις σκόνες του χειμώνα
κι ούτε λέξη για τη σκουριά όλης της χρονιάς
Έρχονται οι ανοιξιάτικες μέρες του μπαλκονιού
μαζί με νύχτες μοναχικής υγρασίας
Να ξεχαστώ, αλλά να μην ξεχάσω
Να μείνει κάτι, αλλά να μην περιλαμβάνει πόνο
Να ζει κανείς, αλλά να μην αναρωτιέται τόσο
Ένα μάτσο χασομέριδες/Καφενείον "Διογένης"
Άλλες φορές τον ξεχνάω μισό, άλλες φορές ούτε που τον αρχίζω. Τον καφέ λέω. Κάθομαι απλά και ρεμβάζω. Μ’ ήλιο, με βροχή, εγώ κάθομαι, κοιτάω έξω απ’ το τζάμι και συλλογιέμαι. «Τι συλλογιέσαι μωρέ Μιχάλη;» θα μου πεις. Ίδια η Νίτσα κι εσύ! Τι να συλλογιέμαι ρε παιδιά; Ο άνθρωπος τι συλλογάται όταν κάθεται στον καμπινέ; Ή όταν περιμένει τον ανελκυστήρα; Όταν ψήνει τον καφέ ή όταν βαδίζει στο πεζοδρόμιο; Αυτόνα τον ρωτάτε μωρέ παιδιά τι συλλογάται; Για μόνο εμένα πιάσατ’ απ’ τα μούτρα; Εμένα και τους χασομέριδες, τους υπόλοιπους. Τους άλλους εδώ στον καφενέ, που κάθονται σαν εμένα και κοιτάνε παράθυρα, ταβάνια, εφημερίδες, περαστικούς, περαστικές...΄Κατι το ανθυγιεινό έχει αυτή η ρέμβη η ατελείωτη, δε λέω... Όμως δε μας παρατάτε μωρέ;! Κοτζάμ γέροι γέναμε κι ακόμα αναφορά θα δίνουμε;
Θα σου πω τι μου θυμίζουμε. Όχι, θα σου πω γιατί με προκάλεσες τώρα. Τους «Μοιραίους» τους ξες; Του Βάρναλη... Ωπα κουλτούρα θα πεις τώρα, ο γέρος! Καλά, μη φανταστείς πως στο χωριό την κατεβάζουμε την ποίηση μαζί με το φαΐ και τον καφέ. Μονάχα αυτό μ’ έμεινε στο μυαλό, γιατί θυμάμαι μια μέρα τα ‘χα συνδέσει. Τους «Μοιραίους» του Βάρναλη, με ‘μας, τους χασομέριδες του «Διογένη». Πώς τους ήρθε τώρα και το βγάλανε το καφενείο «Διογένη», ένας θεός ξέρει! Μ’ αρέσει πάντως... Μου θυμίζει εκείνη τη λέσχη. Τη λέσχη «Διογένης», ντε! Καλά, ούτε αυτό το ξες; Τι σας βάζουν να μαθαίνετε δηλαδή; Κανα βιβλίο σοβαρό δε σας δίνουνε; Άκου να στο πω κι αυτό. Η λέσχη «Διογένης» δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ. Ένας συγγραφέας την εφηύρε! Μαζεύονταν, λέει, εκεί πέρα πολλοί μαζί, λέσχη σου λέω, κανονική. Μόνο που σ’ αυτή τη λέσχη, απαγορευότανε να βγάλεις άχνα. Ούτε κουβεντούλα, ούτε τίποτα. Μη στα πολυαναλύω, πήρες μια εικόνα.
Μωρέ μπράβο, θα λες, δες τονα το γέρο. Που τα ‘μαθες ρε γέρο τα ποίματα και τα μυθιστορήματα; Στο περίπτερο; Κι εγώ θα σου πω: Ιδέα δεν έχεις πώς είναι να ‘χεις περίπτερο. Άλλος κόσμος, στο λέω. Κλεισμένος σ’ ένα τετραγωνικό όλη μέρα, έχεις χρόνο να μετρήσεις μέχρι το άπειρο και ξανά απ’ την αρχή! Σε τρομάζει, ε; Εγώ το λάτρευα. Ξυπνούσα πρωί-πρωί μόνο για να ‘μαι εκεί. Μέσα στο περίπτερο-οχυρό μου, με τις τσίχλες και τα τσιγάρα. Αχ... Μεγάλο καημό το ‘χω το περιπτεράκι μου. Ο θεός ξέρει τι καημό το ‘χω! Μετά από τριανταπέντε χρόνια σταμάτησα και το ‘δωσα στο γιο μου. Εγώ είχα ασπρίσει κι αυτός ήταν με την πρέζα. Τριάντα χρονών γομάρι ήτανε τότες κι έτρεχε με τα χασίσια και τις σκόνες και τα κι εγώ δεν ξέρω ποια... Ουτ’ ήθελα να ξέρω. Ποτέ δεν ήθελα να ξέρω. Μόνο μια μέρα κατάλαβα, που ΄ρθε χεσμένος και κλαμένος σπίτι και με ‘λεγε «βοήθα με, ρε μπαμπά, θα με πεθάνει αυτό το πράμα». Τριάντα χρονών και να σε λέει «μπαμπά» και να κλαίει, ε δε το μπορούσα. Την άλλη μέρα του λέω «σήκω, πάμε μαζί στο περίπτερο», «Γιατί;» μου λέει, «από σήμερα θα το δουλεύεις εσύ» του λέω. Κατάλαβες; Τον έβαλα το γιο μου σε ένα τετραγωνικό μέτρο φυλακή, να το σώσω μην πεθάνει. Άντε πες μου τώρα αν έκανα καλά για κακά. Κι εγώ που το λαχταρώ το περιπτεράκι μου, δε μιλάω. Να ‘ναι καλά ο Γιωργάκης μου ο αχαΐρευτος, να ‘ναι καλά και η Νίτσα μου, που θα πα’ να τη βρω σε λίγα χρόνια.
Γι’ αυτό σου λέω, Βάρναλης. Διάβασε το Βάρναλη και θα δεις. Θα δεις πώς είμαστε εδώ πέρα εμείς οι χασομέριδες, στη δική μας λέσχη «Διογένης», με τις σιωπές μας και τη ρέμβη μας. Και μη το διαβάσεις και μου πεις μετά «Εντάξει ρε γέρο, αλλά γιατί δεν κάνεις κάτι πιο εποικοδομητικό;», γιατί αυτή η λέξη είναι γελοία. Άμα δεις το γιοο σου να χέζεται στα παντελόνια του και την αγάπη σου να σβήνει απ’ την αρρώστια, θα σκεφτείς κι εσύ πως τίποτα δε θα μπορούσε να ‘ναι «εποικοδομητικό».
Είμαστε όμως χασομέριδες, έχεις δίκιο, το ξέρω. Άλλωστε και μόνος μου δεν το ‘πα; Έναν έναν να τους το πεις, μόνο απ’ εγωισμό θα στ’ αρνηθούν. Έννοια σου κι έχουν όλοι εδώ μέσα να σου που ιστορίες τελείως...μη εποικοδομητικές.
Θα σου πω τι μου θυμίζουμε. Όχι, θα σου πω γιατί με προκάλεσες τώρα. Τους «Μοιραίους» τους ξες; Του Βάρναλη... Ωπα κουλτούρα θα πεις τώρα, ο γέρος! Καλά, μη φανταστείς πως στο χωριό την κατεβάζουμε την ποίηση μαζί με το φαΐ και τον καφέ. Μονάχα αυτό μ’ έμεινε στο μυαλό, γιατί θυμάμαι μια μέρα τα ‘χα συνδέσει. Τους «Μοιραίους» του Βάρναλη, με ‘μας, τους χασομέριδες του «Διογένη». Πώς τους ήρθε τώρα και το βγάλανε το καφενείο «Διογένη», ένας θεός ξέρει! Μ’ αρέσει πάντως... Μου θυμίζει εκείνη τη λέσχη. Τη λέσχη «Διογένης», ντε! Καλά, ούτε αυτό το ξες; Τι σας βάζουν να μαθαίνετε δηλαδή; Κανα βιβλίο σοβαρό δε σας δίνουνε; Άκου να στο πω κι αυτό. Η λέσχη «Διογένης» δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ. Ένας συγγραφέας την εφηύρε! Μαζεύονταν, λέει, εκεί πέρα πολλοί μαζί, λέσχη σου λέω, κανονική. Μόνο που σ’ αυτή τη λέσχη, απαγορευότανε να βγάλεις άχνα. Ούτε κουβεντούλα, ούτε τίποτα. Μη στα πολυαναλύω, πήρες μια εικόνα.
Μωρέ μπράβο, θα λες, δες τονα το γέρο. Που τα ‘μαθες ρε γέρο τα ποίματα και τα μυθιστορήματα; Στο περίπτερο; Κι εγώ θα σου πω: Ιδέα δεν έχεις πώς είναι να ‘χεις περίπτερο. Άλλος κόσμος, στο λέω. Κλεισμένος σ’ ένα τετραγωνικό όλη μέρα, έχεις χρόνο να μετρήσεις μέχρι το άπειρο και ξανά απ’ την αρχή! Σε τρομάζει, ε; Εγώ το λάτρευα. Ξυπνούσα πρωί-πρωί μόνο για να ‘μαι εκεί. Μέσα στο περίπτερο-οχυρό μου, με τις τσίχλες και τα τσιγάρα. Αχ... Μεγάλο καημό το ‘χω το περιπτεράκι μου. Ο θεός ξέρει τι καημό το ‘χω! Μετά από τριανταπέντε χρόνια σταμάτησα και το ‘δωσα στο γιο μου. Εγώ είχα ασπρίσει κι αυτός ήταν με την πρέζα. Τριάντα χρονών γομάρι ήτανε τότες κι έτρεχε με τα χασίσια και τις σκόνες και τα κι εγώ δεν ξέρω ποια... Ουτ’ ήθελα να ξέρω. Ποτέ δεν ήθελα να ξέρω. Μόνο μια μέρα κατάλαβα, που ΄ρθε χεσμένος και κλαμένος σπίτι και με ‘λεγε «βοήθα με, ρε μπαμπά, θα με πεθάνει αυτό το πράμα». Τριάντα χρονών και να σε λέει «μπαμπά» και να κλαίει, ε δε το μπορούσα. Την άλλη μέρα του λέω «σήκω, πάμε μαζί στο περίπτερο», «Γιατί;» μου λέει, «από σήμερα θα το δουλεύεις εσύ» του λέω. Κατάλαβες; Τον έβαλα το γιο μου σε ένα τετραγωνικό μέτρο φυλακή, να το σώσω μην πεθάνει. Άντε πες μου τώρα αν έκανα καλά για κακά. Κι εγώ που το λαχταρώ το περιπτεράκι μου, δε μιλάω. Να ‘ναι καλά ο Γιωργάκης μου ο αχαΐρευτος, να ‘ναι καλά και η Νίτσα μου, που θα πα’ να τη βρω σε λίγα χρόνια.
Γι’ αυτό σου λέω, Βάρναλης. Διάβασε το Βάρναλη και θα δεις. Θα δεις πώς είμαστε εδώ πέρα εμείς οι χασομέριδες, στη δική μας λέσχη «Διογένης», με τις σιωπές μας και τη ρέμβη μας. Και μη το διαβάσεις και μου πεις μετά «Εντάξει ρε γέρο, αλλά γιατί δεν κάνεις κάτι πιο εποικοδομητικό;», γιατί αυτή η λέξη είναι γελοία. Άμα δεις το γιοο σου να χέζεται στα παντελόνια του και την αγάπη σου να σβήνει απ’ την αρρώστια, θα σκεφτείς κι εσύ πως τίποτα δε θα μπορούσε να ‘ναι «εποικοδομητικό».
Είμαστε όμως χασομέριδες, έχεις δίκιο, το ξέρω. Άλλωστε και μόνος μου δεν το ‘πα; Έναν έναν να τους το πεις, μόνο απ’ εγωισμό θα στ’ αρνηθούν. Έννοια σου κι έχουν όλοι εδώ μέσα να σου που ιστορίες τελείως...μη εποικοδομητικές.
Οπότε ρεμβάζουμε. Μέχρι να τελειώσει ο καφές μας και, αν έξω βρέχει, ή αν απλά χρειαζόμαστε λιγάκι ακόμα, παραγγέλνουμε κι άλλον και τον ξεχνάμε να κρυώνει κι αυτός, όπως ο προηγούμενος.
Θα σου εξηγήσω τώρα για τους «χασομέριδες». Θα σου πω αυτό και τέλος γιατί πρώτον οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ και θα μας πάρει μέχρι το βράδυ και δεύτερον γιατί η ρέμβη δεν κάνει να διακόπτεται. Στις τελευταίες εκλογές είχαμε όλοι ψηφίσει από νωρίς και μετά ήρθαμε στο καφενείο και χαζεύαμε απ’ το τζάμι τον κόσμο να μπαίνει και να βγαίνει στο σχολείο, να δώσει την ψήφο. Κάποια στιγμή βγαίνει από μέσα ένα παλικαράκι κι αρχίζει και φωνάζει. Να θυμώνει, να βρίζει και να διαμαρτύρεται για το σύστημα. Ξες, «γαμώ την κοινωνία μου» και τέτοια κατέβαζε. Γυρνούσε φουριόζος γύρω-γύρω την πλατεία και φώναζε. Ήτανε σου λέω εκτός εαυτού. Περνούσε μια κυρία, τα έψελνε σε ‘κεινη. Περνούσε μετά ένας ταλαίπωρος με το σκύλο του, τ’ άκουγε κι αυτός. Μέχρι που να σου, φτάνει έξω απ’ το καφενείο και καταλαβαίνει πως έχει γίνει, να το πούμε, θέαμα. Παγώνει για λίγο και μας κοιτάει που τον κοιτάμε πίσω απ’ τη τζαμαρία. Άνετοι εμείς, σου λέει τι θα μας κάνει. Έχουμε μια αίσθηση ασφάλειας στον καφενέ. Σαν το περίπτερο...περίπου. Μας κοιτάει που λες και μετά από λίγο μπλαβίζει το μούτρο του απ’ το θυμό και μας φωνάζει: «Κι εσείς τι κοιτάτε ρε γερόντια; Ε; Καλά θαρρείτε τα καταφέρατε εσείς; Που ‘στε όλη μέρα εδώ και ρουφάτε τον καφέ;! Ένα μάτσο χασομέριδες είστε ρε!». Και σηκώθηκε κι έφυγε.
Δεν ξέρω τι έπαθε το παλικάρι εκείνη τη μέρα, πάντως τέτοια κόκκινα μάγουλα και τόσο τεντωμένη τη φλέβα στον κρόταφο, πρώτη φορά βλέπω. Δεν ξέρω, αλήθεια. Μπορεί να του ‘ρθε άσχημα τότε στις εκλογές αυτή η κωλοκατάσταση και αυτό το κωλοσύστημα, σ’ αυτή την κωλοχώρα, δεν ξέρω. Μήτε με νοιάζει εδώ που τα λέμε. Αλλά η φράση του μου ‘μεινε. «Ένα μάτσο χασομέριδες»...
Σου λέω, διάβασε τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και θα πάρεις μια ιδέα. Δε λέω οτι είναι το ίδιο φυσικά. Εκείνο είναι αριστούργημα, ενώ εμείς...άσ’το καλύτερα.
Θα σου εξηγήσω τώρα για τους «χασομέριδες». Θα σου πω αυτό και τέλος γιατί πρώτον οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ και θα μας πάρει μέχρι το βράδυ και δεύτερον γιατί η ρέμβη δεν κάνει να διακόπτεται. Στις τελευταίες εκλογές είχαμε όλοι ψηφίσει από νωρίς και μετά ήρθαμε στο καφενείο και χαζεύαμε απ’ το τζάμι τον κόσμο να μπαίνει και να βγαίνει στο σχολείο, να δώσει την ψήφο. Κάποια στιγμή βγαίνει από μέσα ένα παλικαράκι κι αρχίζει και φωνάζει. Να θυμώνει, να βρίζει και να διαμαρτύρεται για το σύστημα. Ξες, «γαμώ την κοινωνία μου» και τέτοια κατέβαζε. Γυρνούσε φουριόζος γύρω-γύρω την πλατεία και φώναζε. Ήτανε σου λέω εκτός εαυτού. Περνούσε μια κυρία, τα έψελνε σε ‘κεινη. Περνούσε μετά ένας ταλαίπωρος με το σκύλο του, τ’ άκουγε κι αυτός. Μέχρι που να σου, φτάνει έξω απ’ το καφενείο και καταλαβαίνει πως έχει γίνει, να το πούμε, θέαμα. Παγώνει για λίγο και μας κοιτάει που τον κοιτάμε πίσω απ’ τη τζαμαρία. Άνετοι εμείς, σου λέει τι θα μας κάνει. Έχουμε μια αίσθηση ασφάλειας στον καφενέ. Σαν το περίπτερο...περίπου. Μας κοιτάει που λες και μετά από λίγο μπλαβίζει το μούτρο του απ’ το θυμό και μας φωνάζει: «Κι εσείς τι κοιτάτε ρε γερόντια; Ε; Καλά θαρρείτε τα καταφέρατε εσείς; Που ‘στε όλη μέρα εδώ και ρουφάτε τον καφέ;! Ένα μάτσο χασομέριδες είστε ρε!». Και σηκώθηκε κι έφυγε.
Δεν ξέρω τι έπαθε το παλικάρι εκείνη τη μέρα, πάντως τέτοια κόκκινα μάγουλα και τόσο τεντωμένη τη φλέβα στον κρόταφο, πρώτη φορά βλέπω. Δεν ξέρω, αλήθεια. Μπορεί να του ‘ρθε άσχημα τότε στις εκλογές αυτή η κωλοκατάσταση και αυτό το κωλοσύστημα, σ’ αυτή την κωλοχώρα, δεν ξέρω. Μήτε με νοιάζει εδώ που τα λέμε. Αλλά η φράση του μου ‘μεινε. «Ένα μάτσο χασομέριδες»...
Σου λέω, διάβασε τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και θα πάρεις μια ιδέα. Δε λέω οτι είναι το ίδιο φυσικά. Εκείνο είναι αριστούργημα, ενώ εμείς...άσ’το καλύτερα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)