Το φλερτ

Εγώ όλο το σκηνικό το πήρα χαμπάρι ως εξής. Σε ανύποπτο χρόνο εκσφενδονίστηκε προς το μέρος μου ένα αντικείμενο, που τελικά με βρήκε με δύναμη στο στήθος. Με την περιφερειακή μου όραση πρόλαβα να δω πως είχε έρθει από την άλλη άκρη του μπαρ. Ήταν πολύ πιθανό ο βλάκας ο Κυριάκος να ‘χε σουρώσει και να ‘κανε πλάκες με τις σερβιτόρες. Έψαξα με το βλέμμα μου στο πάτωμα να δω τι ήταν αυτό που μ’ είχε χτυπήσει. Ήταν ένας φελός.
Ο Κυριάκος πίσω από το μπαρ είχε ξεσαλώσει. Κουνούσε ένα αφρίζον μπουκάλι σαμπάνιας προς όλες τις κατευθύνσεις. Κατέβρεχε με Ντομ Περινιόν πελάτες, σερβιτόρες, τοίχους, τραπέζια, μπαρ... μετά από λίγο όλα κολλούσαν. Σε συνδυασμό μ’ αυτή την εικόνα, μου πήρε λίγη μόνο ώρα να καταλάβω πού κολλούσε αυτή η γλυκανάλατη μπαλάντα που ‘χε χώσει ανάμεσα στα συνηθισμένα του ροκάκια ο ντι-τζέυ.
Ο τύπος έστεκε γονατισμένος μπροστά στην αγαπημένη του. Είχε βάλει τα καλά του. Αυτή είχε βάλει τα κλάματα. Οι φίλοι τους απο δίπλα χειροκροτούσαν και τους βγάζανε βίντεο.
Όση Ντομ Περινιόν δεν είχε απλωθεί στις γύρω επιφάνειες, μοιραζόταν τώρα σε κομψά ποτήρια της γουλιάς. Το ευτυχές ζεύγος κερνούσε όλο το μαγαζί.
Παραμέρισα το ποτηράκι με το κέρασμα και σηκώθηκα από τη θέση μου να πάω στην τουαλέτα.
Κρίμα, κι ήμουν σίγουρος πως είχαν παιχτεί μερικά βλέμματα πριν έρθει ο γαμπρός.

Το ρομπότ

 Ο Μαξ μάντευε πως το αφεντικό του θεωρούσε χαζούς αυτούς τους συναισθηματισμούς, οπότε δεν άφηνε τη συγκίνησή του να φανεί.
 Ήταν έτοιμο.
 Κράτησε την ανάσα του καθώς συνέδεε την τεράστια πρίζα. Ρεύμα κύλησε μέσα στο Κ2-69 και τα πράσινα λεντ μάτια του άστραψαν.
 Ο Μαξ ανατρίχιασε.
 Είχε κατασκευάσει το στόμα σαν μια καταπακτή, που μπορούσε να ανοιγοκλείνει όταν το ρομπότ μιλούσε. Το στόμα ήταν σχηματισμένο σ' έναν μορφασμό μεταξύ χαμόγελου και πόνου.
 Προϊστάμενος και υπαλληλάκος έμεναν σιωπηλοί καθώς περίμεναν να ακούσουν τις πρώτες κουβέντες του ρομπότ.
 Το Κ2-69 άνοιξε το στόμα του κι έπειτα από δυο δευτερόλεπτα βρυχήθηκε: "Είναι δικαίωμά σου να έχεις τη δική σου άποψη κι εγώ το σέβομαι". Οι δυο παρατηρητές τινάχτηκαν από την εκκωφαντική ένταση κι ο Μαξ έσπευσε να χαμηλώσει το ποτενσιόμετρο του ήχου. Το ρομπότ τώρα ανοιγόκλεινε το στόμα του αργά. Κροτάλιζε τα δόντια του ετοιμάζοντας την επόμενή του φράση. Ο Μαξ και το αφεντικό του δεν ήξεραν τι να περιμένουν.
 "Καταδικάζω τη βία απ' όπου κι αν προέρχεται", είπε κάπως χαμηλότερα ο σιδερένιος χρονοταξιδιώτης. Οι δύο επιτηρητές στέκονταν κάπως αμήχανα προσπαθώντας να διαβάσουν πιθανά νοήματα πίσω από τις λέξεις του ρομπότ.
 "Μόνο τέτοια λέει;", ρώτησε προβληματισμένος ο προϊστάμενος.
 "Όχι, όχι! Έχει κι άλλο! Είναι προγραμματισμένο να απαντάει σε ερωτήσεις. Να, δείτε. Κ2-69, πώς είσαι σήμερα;"
 "Καλά και σε ευχαριστώ που ρωτάς", απάντησε το ρομπότ. "Αυτή η ζέστη μας έχει ταράξει. Πού να μπει κι ο Αύγουστος."
 Ο Μαξ δεν πίστευε στ' αυτιά του. Ευτυχώς γι' αυτόν, το αφεντικό του δεν άρχισε να φωνάζει και να βρίζει.
 "Άκου Μαξ", του είπε. "Ξέρω πως έχεις βάλει την ψυχή σου σ' αυτό το πρότζεκτ, αλλά δε γίνεται άλλο. Έχουμε ήδη υπερβεί τον προβλεπόμενο προϋπολογισμό κι ακόμα δεν έχεις καταφέρει να ψαρέψεις τίποτα καλό απ' αυτά τα κωλορομπότ".
 "Μα κύριε, με όλο το θάρρος, πιστεύω πως αν, μου φαίνεται δηλαδή πώς έχουμε φτάσει κοντά στο να ανακαλύψουμε πολλά. Αν μου δώσετε λίγο χρόνο, θα μπορέσω να-"
 "Τι θα μπορέσεις; Δεν ακούς τι βλακείες λέει το ρομπότ σου; Στόχος αυτού του πρότζεκτ είναι η ανάκτηση χαμένων πληροφοριών. Το θέμα είναι να μάθουμε πώς ήταν και πώς συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι τότε. Πώς θα γίνει αυτό αν αυτό το πράγμα μιλάει για τον καιρό;"
 "Μα αν οι άνθρωποι τότε λέγανε μόνο-"
 "Ούτε να το σκέφτεσαι Μαξ. Σε μια βδομάδα είναι το συνέδριο. Κανείς δεν πρόκειται να ενθουσιαστεί αν παρουσιάσουμε τον Παλιό Σύγχρονο άνθρωπο τόσο βαρετό και νερόβραστο". Έδειξε με το χέρι του το Κ2-69, που έμενε αμέτοχο στη συζήτηση. Ίσως δεν ήθελε να θίξει κανέναν.
 Ο Μαξ χαμήλωσε το βλέμμα του. Είχε αρχίσει να τον κυριεύει απόγνωση.
 "Κοίτα", του είπε ο προϊστάμενος, πιο ήρεμος τώρα. "Θα σου δώσω άλλες δύο μέρες. Ο Οργανισμός δεν πρόκειται να δώσει άλλα λεφτά, είσαι μόνος σου. Αν δεν κάνεις αυτό το σιδερένιο κουτί να πει καμιά κουβέντα της προκοπής, το πρότζεκτ θα ματαιωθεί".
 "Ίσως αν το ρυθμίσω για εκατό χρόνια νωρίτερα, γύρω στο 1920 ή στο '30, που οι άνθρωποι-"
 "Γνωρίζεις πολύ καλά πως η χρηματοδότηση αφορά την απεικόνιση του Παλιού Σύγχρονου ανθρώπου. Καλή τύχη".
 Αυτά είπε ο προϊστάμενος κι έφυγε δείχνοντας κάπως αναστατωμένος. Η πόρτα έκλεισε πίσω του κι ο Μαξ ξεφύσηξε. Ένιωθε φοβερά κουρασμένος. Έσκυψε με δυσκολία και τράβηξε την πρίζα. Κοίταξε τα μικρά πράσινα λεντ να σβήνουν, καθώς το Κ2-69 έπεφτε για άλλη μια φορά σε αχρησία.
 Έσπρωξε τα χοντρά του γυαλιά ψηλότερα στη μύτη και ξεβίδωσε μια απ' τις εξήντα δύο ειδικές πλακέτες που 'χε τοποθετήσει στην κοιλιά του ρομπότ.
 Κοιτάχτηκαν για λίγο με αμηχανία. Ο Μαξ ξανακατέβασε το βλέμμα του στην πλακέτα. "Θα μπορούσες να τα 'χεις πάει καλύτερα" σιγομουρμούρησε.

Ο θείος

Η μάνα μπήκε στο σπίτι κι ακούμπησε στο τραπέζι την τσάντα της και μια σακούλα. Φαινόταν κουρασμένη και είχε ιδρώσει. Σκούπισε το μέτωπό της και ψαχούλεψε να βρει το πακέτο με τα τσιγάρα. Κάτι είχε ψωνίσει από το ζαχαροπλαστείο πριν ανέβει σπίτι.
- Τι πήρες, τη ρωτάω, γλυκά;
- Και γλυκά και αλμυρά. Έτσι, για τον θείο.
- Γιατί, τι έκανε;
- Ο θείος πέθανε χθες.
Μου το 'πε αυτό καθώς βολευόταν στη σκευρωμένη πολυθρόνα της. Εγώ χαμήλωσα την ένταση της τηλεόρασης και γύρισα προς το μέρος της.
- Πώς νιώθεις;
- Ε στεναχωρήθηκα, αλλά 'ντάξει μωρέ, τώρα στα τελευταία του ήταν χάλια ο καημένος.
- Καλά, εξήντα χρονών δεν είναι ο θείος;
- Σχεδόν εβδομήντα.
- Και τι θα γίνει τώρα;
- Δεν ξέρω, θα δούμε.
Το βράδυ μας έπιασε με τον πατέρα μια λιγούρα και τα τσακίσαμε όλα, και τα γλυκά και τ' αλμυρά.

Σιωπή κρυστάλλινη

Μια μέρα καθώς περνάω, θα κοιτάξω πάνω.
Θα κοιτάξω πάνω όπως πάντα απ' όταν μετακόμισες εδώ.

Μια μέρα καθώς περνάω, θα κοιτάξω πάνω,
στο σκοτεινό σου μπαλκόνι,
στο στενό σου παράθυρο
και θα 'σαι εκεί
χαμογελαστή,
σα να γύρισε ο χρόνος πίσω,
σα να μη συνέβη τίποτα.

Τώρα χαμογελάς; Εννοώ αληθινά,
όχι καθημερινά όπως κάνεις πάντα.
Μπορείς να κοιμηθείς;
Βρίσκεις θάρρος να ξυπνάς;
Δεν ξέρω.
Το παράθυρο κλειστό,
το μπαλκόνι σκοτεινό,
κρυστάλλινη σιωπή
στο φθινοπωρινό κρύο
κι εγώ απλά περνάω.

Μια μέρα καθώς περνάω
θα μου σφυρίξεις καλημέρα.
Θα κοιτάξω πάνω
και θα φωτίζεις το μπαλκόνι χαμογελώντας,
αληθινά και καθημερινά,
όπως πάντα.

Όταν τελειώνουν τα πατατάκια στα βαρετά πάρτυ

σκέφτομαι
τον ζωγράφο – πρωταθλητή περιπτερόμπυρας
που σχεδίαζε βιτρό για εκκλησίες,
τον σκοτεινό ποιητή
που μελετούσε τ’ αγάλματα στο Λούβρο,
τον πλακατζή παοκτσή
με όσκαρ αγαρμποσύνης,
τον χασικλή λαουτιέρη
με τις αστρικές προβολές του,
τον τελειομανή δάσκαλο – συνθέτη
με τις αϋπνίες,
τον κιθαρίστα – φυσικό και κάφρο εκ φύσεως
με την πομάδα στο μαλλί,
τον μελαμψό σκιτσογράφο – ιστορικό
και ιστορικό ξερόλα,
τον ψηλέα τον Γκούφυ
τον καταθλιπτικό,
την ψυχοπαθή βιτσιόζα φεμινίστρια,
το παιδί που κάνει και πέτρα να γελάσει,
και την ηθοποιό – ξωτικό απ’ την Κοζάνη.
Αχ, ας ήταν κάποιος απ’ αυτούς εδώ...

Η μάγισσα

Μια μάγισσα με κέρναγε καφέ
στην πόλη των βροχών.
Είχε μάτια μελιά
και ήξερε τα πάντα.
Εγώ της έγραφα σιντί
κι εκείνη ετοίμαζε σερμπέτια.
Έλιωνε κουβερτούρα, μετάγγιζε λικέρ
και μου 'λεγε ιστορίες.

Ένα βράδυ μ' άφησε
να την κοιτάω να κλαίει.
Με κέρασε λίγο κονιάκ
κι έπιασε μετά να σφουγγαρίζει.
Μου είπε για το Τώρα
και μερικές άλλες σοφίες γι' αργότερα.

Την τελευταία μου μερα εκεί
- πάνε πια χρόνια -
κι αφού είχαμε πει αντίο,
με σταμάτησε στη στριφογυριστή σκάλα
και μου 'πε πως θα τα καταφέρω.

Το μεγαλύτερο πάρτυ

Μουσική θα παίζει δυνατά
θα ρέει άφθονο το αλκοόλ
- το καλύτερο πάρτυ!
Σου λέω,
τη μέρα που θα καταλάβουμε τις γυναίκες
θα κάνουμε το μεγαλύτερο,
το καλύτερο,
το πιο σπουδαίο πάρτυ.
Ή μάλλον,
ίσως και να 'ναι το χειρότερο...
θα 'μαστε μόνο άντρες.

Μίστερ Χάι-Χατ

Τυφλώθηκα
απ' τις προσπάθειές σου να λάμψεις
και δε μπορούσα πια να σε διακρίνω.
Κουφάθηκα
απ' τις φωνές σου: κρωξίματα παγωνιού
- υπόκωφες κραυγές βοήθειας.
Κουφάθηκα και δεν άκουγα πια
αν είχες τίποτα να πεις.
Μ' άρεσε να στέκομαι δίπλα σου
αλλά μ' ήθελες γύρω σου.

Τώρα σε βλέπω μόνο έξω.
Δε με χαιρετάς,
έχεις σημαντικά μέρη να πας,
ασήμαντων ποτήρια να τσουγκρίσεις.
Να νιώσεις ένας απ' αυτούς
αλλά καλύτερος, μοναδικός.
Και είσαι, το ξέρω, μοναδικός
στα κρωξίματα
και κυρίως
στις υπόκωφες κραυγές βοήθειας.

Μισοτελειωμένο

 Ο έρωτάς μας κατήντησε πια μισοτελειωμένο σωληνάριο οδοντόκρεμας.
 Κάθε μέρα τον ζουλάμε επίμονα να βγάλει κι άλλο και κάθε φορά αναρωτιόμαστε μήπως θα 'ταν καλύτερο να τα παρατούσαμε και να τον πετούσαμε στα σκουπίδια.

Καθωσπρεπειανοί

Όταν πια βαρέθηκε στο κρεβάτι, σηκώθηκε να πλυθεί. Ας χτυπήσω έναν φραπέ πρώτα, σκέφτηκε. Ή μάλλον έναν καφέ. Έτσι τον λένε το φραπέ οι καθώς πρέπει άνθρωποι. Οι καθωσπρεπειανοί. Καθωσπρεπειανοί καθωσπρεπειανοί της μαμάς σας το μουνί, σκέφτηκε αόριστα υπο την υπόκρουση του σέικερ. Σύρθηκε ως τον καναπέ κι έμεινε εκεί ως το βράδυ.

Ταξί

 Στο τσακ το πρόλαβε το ταξί ο κύριος Σπύρος. Μεσημεριάτικα βόλτα στην αγορά, το 'ξερε πως δεν ήταν καλή ιδέα. Έφυγε και το αστικό πριν δυο λεπτά και τώρα είχε να μπλέκει και με τους ταρίφες. Άνοιξε πόρτα, έσκυψε, μπήκε με τον κώλο, έκατσε και έκλεισε την πόρτα με αξιοθαύμαστη ταχύτητα, κι όλα αυτά όσο ο ταξιτζής άναβε τη μηχανή για να φύγει απ' την πιάτσα.
 Όσο ο κυρ Σπύρος έβαζε τη ζώνη του, τακούνια ακούστηκαν στο πεζοδρόμιο κι ένα χέρι άνοιξε την πίσω πόρτα του ταξί. Μια κυρία που κρατούσε αναρίθμητες σακούλες με ψώνια πήγε να μπει μέσα κι εκεί ήταν που ο ταξιτζής τα πήρε άσχημα: "Πού πάτε κυρία μου; Δε βλέπετε πως είμαι κατειλημμένος; Πώς μπαίνετε έτσι μέσα; Ποια νομίζετε πως είστε;". Η κυρία με τις σακούλες σάστισε. "Μα..." πήγε να ψελλίσει, αλλά ο ταξιτζής την έκοψε, είχε ρέντα. "Δεν έχει μα και μου, σας παρακαλώ πολύ να κατεβείτε αμέσως. Ο κύριος μπήκε πρώτος κι αυτόν είμαι υποχρεωμένος να εξυπηρετήσω. Και τέλος πάντων δικό μου είναι το ταξί, εγώ λέω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Βγείτε έξω!".
 Η κυρία είχε μείνει πραγματικά άναυδη. Σύρθηκε έξω απ' το ταξί παίρνοντας μαζί και τις σακούλες της. Ο ταξιτζής έβαλε μπρος και ξεκίνησε. "Ανάγωγοι άνθρωποι, κύριε μου. Αυτοί την έχουν καταντήσει έτσι την Ελλαδίτσα μας. Αυτή τώρα, που ήθελε να αποκαλείται και κυρία, ήταν τρομερά αγενής και αναιδής, δε νομίζετε;". Κι ο κυρ Σπύρος που παρακολουθούσε τόση ώρα σιωπηλός, λέει: "Έχετε απόλυτο δίκιο. Τι να πω κι εγώ που την παντρεύτηκα;".