Κι άλλο

 Κι αν ακόμα αντικαθιστούσαμε
όλες τις ήρεμες μέρες,
τις περιόδους αδράνειας και οκνυρίας,
τα χρόνια αναμονής και δισταγμού,
αν τα αλλάζαμε με ασταμάτητες κι ακούραστες προσπάθειες αναζήτησης
και απορρόφισης κάθε μικρής σταγόνας ζωής και εμπειρίας,
θα ξυπνούσαμε ξανά απογοητευμένοι.

 Απογοητευμένοι γιατί αυτό που ήδη ξέρουμε,
οτι δηλαδή όσα κι αν κάνεις, αυτά που δεν θα έχεις κάνει θα είναι πάντα περισσότερα,
αυτή η ρήση
που θα συμβούλευε κάποιον να ηρεμήσει
και να πάψει να κυνηγάει το τέλειο ή πάντως το ολοκληρωμένο,
ενώ το ξέρουμε κι αποδεινύεται με απλά μαθηματικά πως είναι έτσι,
δε μπορεί αυτή η πληροφορία να βάλει για ύπνο το μαύρο μας σκύλο.
Το μαύρο σκύλο που ζει μέσα μας
και που κι αυτός όσο τον ταΐζουμε,
θέλει κι άλλο.

Πατρίδα

 Να μείνουμε εδώ.
 Σαραντάρηδες με χαρτοφύλακα.
 Κρεμάμενα σώματα σε μισοσκότεινα υγρά πεζοδρόμια.
 Να μείνουμε εδώ να εξυμνούμε τη ζωή των γονέων· πρώην κρεμάμενα σώματα κι αυτοί, ξαπλωμένοι πια σε πολυτελή φέρετρα, να μπολιάζουν με σαπίλα τη γη που κι αυτοί δεν εγκατέλειψαν ποτέ.
 Να μείνουμε εδώ.
 Πενηντάρηδες με παιδιά.
 Παιδιά με όνειρα που χρήζουν κατεύθυνσης, τα δικά μας ζωντανά gameboy:
Για τα χρόνια που το παιχνίδι μεταφράζεται σε παλιμπαιδισμό, θα έχουμε τις ζωές των παιδιών μας. Παράλληλες πραγματικότητες, όχι ψηφιακές πλέον, για να παραμελούμε με καλύτερη αυτή τη φορά δικαιολογία τη δική μας πραγματικότητα.
 Εξάλλου, αυτό δεν είναι που κάνουμε τώρα που είμαστε νέοι;

 Νέοι.
Νεαροί παππούδες μάλλον,
 που μαζί με την αποστολή εκπλήρωσης των ανεκπλήρωτων των γονέων, κουβαλάμε τα άγχη και την κούρασή τους. Τα κόκκαλά μας τρίζουν σαν αυτά των γιαγιάδων μας και τα μυαλά μας είναι μπερδεμένα και χαμένα σαν αυτά νεογέννητων παιδιών. Παιδιά που μεγάλωσαν κι έμαθαν τα πάντα για το Εδώ από γιαγιάδες με κόκκαλα που τρίζουν και δασκάλους. Άλλους με καθαρή συνείδηση κι άλλους χωρίς συνείδηση.
 Και για το Αλλού τι τους είπαν; Κάτι για πιο πράσινο χορτάρι.
 Αυτό το είπαν οι ονειροπόλοι και μετά, οι μη ονειροπόλοι τους είπαν πως οι ονειροπόλοι είπαν ψέματα.
 "Μείνετε εδώ", τους είπαν.
 "Τιμήστε το γραφικό καφέ χορτάρι μας", τους είπαν,
 "γιατί αν φύγετε σημαίνει πως παραιτηθήκατε".
 Όταν τους το δίδαξαν αυτό, μερικοί απλώς απενοχοποίησαν την παραίτηση.
 Οι υπόλοιποι έμειναν να περπατούν στους ίδιους δρόμους, παραμερίζοντας κρεμάμενα σώματα, μέχρι που γίνανε και οι ίδιοι τέτοια.

 Δεν είπα να φύγουμε.
 Ας ζυγίσουμε μόνο.
 Την ανασφάλεια του αγνώστου με την σιγουριά μιας τέτοιας ζωής εδώ.

Πρόποση ΙΙ

Σ' εκείνα τα προβλήματα που, όσο επιμένουν,
επιμένουμε να τα στριμώχνουμε σε παρενθέσεις

Σ' αυτούς που μας απογοητεύουν
και στην ανασφάλεια μην απογοητευτούμε

Στην προσπάθειά μας να ανταποκριθούμε στα πρότυπα,
στη λύτρωση του να μη χρειάζεται

Στις προσδοκίες
και στις πιθανότητες

Στη χημεία και στην προσπάθεια,
στην ανάγκη

Σκέψεις πριν ή μετά από τυχαία συνάντηση

Να πούμε τα νέα
να αποφύγουμε να πούμε τα παλιά
Ψιλή κουβέντα για τις σκόνες του χειμώνα
κι ούτε λέξη για τη σκουριά όλης της χρονιάς

Έρχονται οι ανοιξιάτικες μέρες του μπαλκονιού
μαζί με νύχτες μοναχικής υγρασίας

Να ξεχαστώ,     αλλά να μην ξεχάσω
Να μείνει κάτι,     αλλά να μην περιλαμβάνει πόνο
Να ζει κανείς,     αλλά να μην αναρωτιέται τόσο

Ένα μάτσο χασομέριδες/Καφενείον "Διογένης"

Άλλες φορές τον ξεχνάω μισό, άλλες φορές ούτε που τον αρχίζω. Τον καφέ λέω. Κάθομαι απλά και ρεμβάζω. Μ’ ήλιο, με βροχή, εγώ κάθομαι, κοιτάω έξω απ’ το τζάμι και συλλογιέμαι. «Τι συλλογιέσαι μωρέ Μιχάλη;» θα μου πεις. Ίδια η Νίτσα κι εσύ! Τι να συλλογιέμαι ρε παιδιά; Ο άνθρωπος τι συλλογάται όταν κάθεται στον καμπινέ; Ή όταν περιμένει τον ανελκυστήρα; Όταν ψήνει τον καφέ ή όταν βαδίζει στο πεζοδρόμιο; Αυτόνα τον ρωτάτε μωρέ παιδιά τι συλλογάται; Για μόνο εμένα πιάσατ’ απ’ τα μούτρα; Εμένα και τους χασομέριδες, τους υπόλοιπους. Τους άλλους εδώ στον καφενέ, που κάθονται σαν εμένα και κοιτάνε παράθυρα, ταβάνια, εφημερίδες, περαστικούς, περαστικές...΄Κατι το ανθυγιεινό έχει αυτή η ρέμβη η ατελείωτη, δε λέω... Όμως δε μας παρατάτε μωρέ;! Κοτζάμ γέροι γέναμε κι ακόμα αναφορά θα δίνουμε;
 Θα σου πω τι μου θυμίζουμε. Όχι, θα σου πω γιατί με προκάλεσες τώρα. Τους «Μοιραίους» τους ξες; Του Βάρναλη... Ωπα κουλτούρα θα πεις τώρα, ο γέρος! Καλά, μη φανταστείς πως στο χωριό την κατεβάζουμε την ποίηση μαζί με το φαΐ και τον καφέ. Μονάχα αυτό μ’ έμεινε στο μυαλό, γιατί θυμάμαι μια μέρα τα ‘χα συνδέσει. Τους «Μοιραίους» του Βάρναλη, με ‘μας, τους χασομέριδες του «Διογένη». Πώς τους ήρθε τώρα και το βγάλανε το καφενείο «Διογένη», ένας θεός ξέρει! Μ’ αρέσει πάντως... Μου θυμίζει εκείνη τη λέσχη. Τη λέσχη «Διογένης», ντε! Καλά, ούτε αυτό το ξες; Τι σας βάζουν να μαθαίνετε δηλαδή; Κανα βιβλίο σοβαρό δε σας δίνουνε; Άκου να στο πω κι αυτό. Η λέσχη «Διογένης» δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ. Ένας συγγραφέας την εφηύρε! Μαζεύονταν, λέει, εκεί πέρα πολλοί μαζί, λέσχη σου λέω, κανονική. Μόνο που σ’ αυτή τη λέσχη, απαγορευότανε να βγάλεις άχνα. Ούτε κουβεντούλα, ούτε τίποτα. Μη στα πολυαναλύω, πήρες μια εικόνα.
 Μωρέ μπράβο, θα λες, δες τονα το γέρο. Που τα ‘μαθες ρε γέρο τα ποίματα και τα μυθιστορήματα; Στο περίπτερο; Κι εγώ θα σου πω: Ιδέα δεν έχεις πώς είναι να ‘χεις περίπτερο. Άλλος κόσμος, στο λέω. Κλεισμένος σ’ ένα τετραγωνικό όλη μέρα, έχεις χρόνο να μετρήσεις μέχρι το άπειρο και ξανά απ’ την αρχή! Σε τρομάζει, ε; Εγώ το λάτρευα. Ξυπνούσα πρωί-πρωί μόνο για να ‘μαι εκεί. Μέσα στο περίπτερο-οχυρό μου, με τις τσίχλες και τα τσιγάρα. Αχ... Μεγάλο καημό το ‘χω το περιπτεράκι μου. Ο θεός ξέρει τι καημό το ‘χω! Μετά από τριανταπέντε χρόνια σταμάτησα και το ‘δωσα στο γιο μου. Εγώ είχα ασπρίσει κι αυτός ήταν με την πρέζα. Τριάντα χρονών γομάρι ήτανε τότες κι έτρεχε με τα χασίσια και τις σκόνες και τα κι εγώ δεν ξέρω ποια... Ουτ’ ήθελα να ξέρω. Ποτέ δεν ήθελα να ξέρω. Μόνο μια μέρα κατάλαβα, που ΄ρθε χεσμένος και κλαμένος σπίτι και με ‘λεγε «βοήθα με, ρε μπαμπά, θα με πεθάνει αυτό το πράμα». Τριάντα χρονών και να σε λέει «μπαμπά» και να κλαίει, ε δε το μπορούσα. Την άλλη μέρα του λέω «σήκω, πάμε μαζί στο περίπτερο», «Γιατί;» μου λέει, «από σήμερα θα το δουλεύεις εσύ» του λέω. Κατάλαβες; Τον έβαλα το γιο μου σε ένα τετραγωνικό μέτρο φυλακή, να το σώσω μην πεθάνει. Άντε πες μου τώρα αν έκανα καλά για κακά. Κι εγώ που το λαχταρώ το περιπτεράκι μου, δε μιλάω. Να ‘ναι καλά ο Γιωργάκης μου ο αχαΐρευτος, να ‘ναι καλά και η Νίτσα μου, που θα πα’ να τη βρω σε λίγα χρόνια.
 Γι’ αυτό σου λέω, Βάρναλης. Διάβασε το Βάρναλη και θα δεις. Θα δεις πώς είμαστε εδώ πέρα εμείς οι χασομέριδες, στη δική μας λέσχη «Διογένης», με τις σιωπές μας και τη ρέμβη μας. Και μη το διαβάσεις και μου πεις μετά «Εντάξει ρε γέρο, αλλά γιατί δεν κάνεις κάτι πιο εποικοδομητικό;», γιατί αυτή η λέξη είναι γελοία. Άμα δεις το γιοο σου να χέζεται στα παντελόνια του και την αγάπη σου να σβήνει απ’ την αρρώστια, θα σκεφτείς κι εσύ πως τίποτα δε θα μπορούσε να ‘ναι «εποικοδομητικό».
 Είμαστε όμως χασομέριδες, έχεις δίκιο, το ξέρω. Άλλωστε και μόνος μου δεν το ‘πα; Έναν έναν να τους το πεις, μόνο απ’ εγωισμό θα στ’ αρνηθούν. Έννοια σου κι έχουν όλοι εδώ μέσα να σου που ιστορίες τελείως...μη εποικοδομητικές.
 Οπότε ρεμβάζουμε. Μέχρι να τελειώσει ο καφές μας και, αν έξω βρέχει, ή αν απλά χρειαζόμαστε λιγάκι ακόμα, παραγγέλνουμε κι άλλον και τον ξεχνάμε να κρυώνει κι αυτός, όπως ο προηγούμενος.
 Θα σου εξηγήσω τώρα για τους «χασομέριδες». Θα σου πω αυτό και τέλος γιατί πρώτον οι ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ και θα μας πάρει μέχρι το βράδυ και δεύτερον γιατί η ρέμβη δεν κάνει να διακόπτεται. Στις τελευταίες εκλογές είχαμε όλοι ψηφίσει από νωρίς και μετά ήρθαμε στο καφενείο και χαζεύαμε απ’ το τζάμι τον κόσμο να μπαίνει και να βγαίνει στο σχολείο, να δώσει την ψήφο. Κάποια στιγμή βγαίνει από μέσα ένα παλικαράκι κι αρχίζει και φωνάζει. Να θυμώνει, να βρίζει και να διαμαρτύρεται για το σύστημα. Ξες, «γαμώ την κοινωνία μου» και τέτοια κατέβαζε. Γυρνούσε φουριόζος γύρω-γύρω την πλατεία και φώναζε. Ήτανε σου λέω εκτός εαυτού. Περνούσε μια κυρία, τα έψελνε σε ‘κεινη. Περνούσε μετά ένας ταλαίπωρος με το σκύλο του, τ’ άκουγε κι αυτός. Μέχρι που να σου, φτάνει έξω απ’ το καφενείο και καταλαβαίνει πως έχει γίνει, να το πούμε, θέαμα. Παγώνει για λίγο και μας κοιτάει που τον κοιτάμε πίσω απ’ τη τζαμαρία. Άνετοι εμείς, σου λέει τι θα μας κάνει. Έχουμε μια αίσθηση ασφάλειας στον καφενέ. Σαν το περίπτερο...περίπου. Μας κοιτάει που λες και μετά από λίγο μπλαβίζει το μούτρο του απ’ το θυμό και μας φωνάζει: «Κι εσείς τι κοιτάτε ρε γερόντια; Ε; Καλά θαρρείτε τα καταφέρατε εσείς; Που ‘στε όλη μέρα εδώ και ρουφάτε τον καφέ;! Ένα μάτσο χασομέριδες είστε ρε!». Και σηκώθηκε κι έφυγε.
 Δεν ξέρω τι έπαθε το παλικάρι εκείνη τη μέρα, πάντως τέτοια κόκκινα μάγουλα και τόσο τεντωμένη τη φλέβα στον κρόταφο, πρώτη φορά βλέπω. Δεν ξέρω, αλήθεια. Μπορεί να του ‘ρθε άσχημα τότε στις εκλογές αυτή η κωλοκατάσταση και αυτό το κωλοσύστημα, σ’ αυτή την κωλοχώρα, δεν ξέρω. Μήτε με νοιάζει εδώ που τα λέμε. Αλλά η φράση του μου ‘μεινε. «Ένα μάτσο χασομέριδες»...
 Σου λέω, διάβασε τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και θα πάρεις μια ιδέα. Δε λέω οτι είναι το ίδιο φυσικά. Εκείνο είναι αριστούργημα, ενώ εμείς...άσ’το καλύτερα.

Δεν τρων ποτέ από τα πόδια

 Στο δρόμο που ζει ο Ακάκιος, οι άνθρωποι περπατάνε. Ξεκινούν με την αυγή και δε σταματούν παρά μόνο στο τέλος της ημέρας. Είναι ωραία η διαδρομή, γεμάτη ανθρώπους. Κάθε φορά που φεύγουν, σε δαγκώνουν αρκετά δυνατά ώστε να σου κόψουν ένα κομμάτι. Τρώνε ένα κομμάτι σου και φεύγουν, αλλά εσύ μόνο περπατάς. Πονάς μα δε μπορείς να σταματήσεις. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, περπατάει. Ο πόνος μόνο να επιβραδύνει μπορεί το βήμα του, αλλά κι αυτό για λίγο μόνο. Σαν στον αυτόματο πιλότο, τα πόδια του δε σταματάνε. Κι αυτοί δεν τρων ποτέ από τα πόδια.
 Τις προάλλες είδε στο δρόμο του ένα ζευγάρι, καθισμένο κάπου απόμερα, σε ένα παγκάκι. Πρέπει να μαλώνανε, γιατί φωνάζανε πολύ. Βασικά, ήταν σίγουρος πως μαλώνανε, γιατί κάποια στιγμή αυτή σηκώθηκε και τον δάγκωσε στον ώμο. Αυτός φώναξε λίγο, αλλά αυτή κατάπιε και σηκώθηκε να φύγει. Άρχισε να τρέχει, μέχρι που χάθηκε από το βλέμμα του Ακάκιου. Ο άντρας τότε σηκώθηκε από το παγκάκι κι άρχισε πάλι να περπατά, ενώ ταυτόχρονα περιεργαζόταν το σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται το κομμάτι που του πήρε εκείνη. Δεν τον τρόμαζαν αυτά τα φαινόμενα τον Ακάκιο. Τα 'χε συνηθίσει από μικρός, και, εδώ που τα λέμε, δεν είχε γνωρίσει κάποιον που να μη του 'λειπε ένα κομμάτι. Έστω και μικρό. θυμάται πάντως μια φορά που είχε κάπως σοκαριστεί... Ήταν ένας τύπος φαγωμένος από παντού! Τον καημένο...τεράστια κομμάτια λείπανε από την κοιλιά, το στήθος κι απ' το κεφάλι του ακόμα. Εντάξει, να βλέπεις φαγωμένους ανθρώπους είναι φυσιολογικό, μα τόσο σακατεμένα σώματα σε πονάει να τα κοιτάς. "Είσαι καλά φίλε;" τον είχε ρωτήσει ο Ακάκιος, περπατώντας για λίγο προς το μέρος του. Ο τύπος ήταν άσπρος σαν πανί. Του 'χε φανεί αδύνατο του Ακάκιου πώς τόσο φαγωμένος άνθρωπος μπορούσε να στέκεται στα πόδια του. Όσο γι' αυτά, ήταν ανέπαφα. Κουρασμένα μεν, αλλά ολόκληρα. Και περπατούσε ακόμα, παρ' όλο που φαινόταν σα να μη πολυήθελε πια. "Όλα εντάξει" του απάντησε, με κουρασμένο βλέμμα.
 "Δεν τρων ποτέ τα πόδια" σκέφτεται ο Ακάκιος φέρνοντας στο νου του τον φαγωμένο άντρα. Περιεργάζεται λίγο τις δικές του πληγές. Θυμάται κάθε κομμάτι που του 'χουν πάρει αν και, ομολογουμένως, δεν του λείπει κάποιο πολύ μεγάλο. Και τα πόδια; Γιατί στο καλό δεν τρων ποτέ τα πόδια; Ο Ακάκιος σκέφτεται πως είναι τελικά η μοίρα του ανθρώπου να ξεκινάει το περπάτημα ολόκληρος την αυγή και να καταλήγει το βράδυ φαγωμένος. Άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν από τη ζωή του τρώγοντας τον λίγο-λίγο, ή πολύ-πολύ. Όμως αυτός ακόμα περπατά, γιατί οι άνθρωποι δεν τρώνε ποτέ από τα πόδια.
 Όμως δεν ξέρει αν αυτό είναι ευλογία ή κατάρα. 

Πολύ πολύ κακή λέξη

 Από μικρό μου μάθανε πως το να μιλάς για τον εαυτό σου δεν είναι σωστό. Έχουν εφεύρει, μάλιστα, μια πολύ πολύ κακή λέξη, που λέγεται "περιαυτολογώ".
 Έτσι, φροντίζω πάντα οι ιστορίες που γράφω να μιλάνε για άλλους, ώστε να μπορώ ελεύθερα να μιλήσω για τον εαυτό μου.

Γκάζωσα κι έφυγα

Γυρνούσα από τη δουλειά και, ως συνήθως, είχε βραδιάσει. Μου τη σπάει όλη αυτή η ιστορία με τις υπερωρίες, αλλά μετά από τόσα χρόνια το καταπίνω αδιαμαρτύρητα. Έτσι κι αλλιώς, τα φράγκα είναι καλά, οπότε οκ.
 Όπως πάντα, οδηγούσα σπίτι μέσω της Αγ. Δημητρίου. Είναι από τους λίγους δρόμους που μπορώ να το τρέξω τα’ αμαξάκι μου μεσ’ την πόλη κι έτσι η διαδρομή αυτή με ηρεμεί ιδιαίτερα. Το μόνο σημείο που μου κόβει τη φόρα είναι εκείνο το κωλοφανάρι στο Ιβανώφειο, αμέσως μετά το ΑΧΕΠΑ. Εκεί η κούρσα μου σταματάει και πέρα απ’ το γεγονός πως μετά πρέπει αναγκαστικά να κόψω γιατί ο δρόμος στροφάρει, με ξενερώνει που το κόκκινο κρατάει τρεις ώρες.
 Όταν στην ουρά στο φανάρι δεν είμαι πολύ μακριά από τη διάβαση, χαζεύω τους ζογκλέρ. Χίπηδες. Περιμένουν να ανάψει το κόκκινο και μετά παίρνουν θέση μπροστά στ’ αμάξια και αραδιάζουν όλα αυτά τα κόλπα τους. Ξες, αυτά με τις κορίνες, που τα βλέπεις στην TV και λες «σιγά, κι εγώ μπορώ να τα κάνω». Ε, να σου πω κάτι; Δεν είναι και τόσο εύκολο! Είχε μια φορά τ’ ανίψι μου γενέθλια και του ‘κανε η αδερφή μου πάρτυ. Πήγα κι εγώ για συμπαράσταση και καθόμουν με τους γονείς και τα κρυόκωλα αστεία τους. Του ‘χε φέρει και κλόουν του κακομαθημένου. Ε, έτσι όπως βαριόμουν πήγα κάποια στιγμή κοντά στα πράγματα του κλόουν και καταπιάστηκα με το καραγκιοζιλίκι με τις κορίνες. Μια μου γλιστρούσανε, μια δε μπορούσα να συγχρονίσω τα χέρια μου… ε, τα βρόντηξα κάτω και πήγα πάλι με τους γονείς.
 Εκείνο το βράδυ ήτανε πάλι εκεί. Οι δυο τους, όπως πάντα. Ένα ζευγάρι ζογκλέρ. Τους βλέπεις κι αναρωτιέσαι: πώς τα βγάζουνε πέρα αυτοί οι δύο; Το νοίκι πώς το πληρώνουνε; Αν όλοι δίνουν όση σημασία δίνω κι εγώ, τα λεφτά που βγάζουν θα τους φτάνουν ίσα-ίσα για δυο τυρόπιτες.
 Παράξενο που δεν το ‘χα προσέξει πιο πριν, αλλά εκείνη τη μέρα ήταν ξεκάθαρο: η κοπέλα ήταν έγκυος. Ήταν επίσης ξεκάθαρο πλέον πως τούτοι ‘δω ήταν ζευγάρι κανονικό. Άλλες φορές που περίμενα στο φανάρι και τους χάζευα, την περνούσα για πιο ασυμμάζευτη αυτήνα. Μια που την παίρνουνε όλοι, ξέρω ‘γω; Χίπηδες είναι αυτοί, δε βγάζεις άκρη.
 Αλλά όχι, αυτοί εδώ ήταν όπως φαίνεται ζευγάρι κανονικό. Και ναι, είχανε προκόψει, τι να πω! Είχανε μόνο ένα καπέλο, 3 κορίνες και τα τοιαύτα, ένα σπίτι-τρύπα (αυτό να το φανταστώ μόνο μπορούσα) και ένα μωρό στην κοιλιά. Σπουδαία προκοπή ρε κάνατε, μπράβο! Έχετε δουλέψει ρε ίσα με πέντε λεπτά στη ζωή σας;
 Τους κοίταζα και τους δυο, αυτός γύρω στα τριάντα, αυτή πιο μικρή. Μου τραβούσε την προσοχή η κοπέλα. Έτσι όπως πάσχιζε να κάνει με χάρη τα κόλπα της, με την κοιλιά μέχρι απέναντι, ήταν αξιολύπητη. «Θεέ μου, λέω, πάλι καλά που ‘μαι όπως είμαι και δεν κατέληξα κι εγώ χίπης και ζογκλέρ!».
 Το πράσινο αργούσε ν’ ανάψει κι αυτή εκεί, με τις κορίνες. Πετούσε-έπιανε, πετούσε-έπιανε. Ξάφνου την πιάνει φαίνεται ένας πόνος και παρατάει την κορίνα να πέσει στην άσφαλτο. Φωνάζει του άλλου, κι αυτός φτάνει πανικόβλητος για να δει το αυτονόητο. Μην είμαι κι εγώ κυνικός, αλλά σαν drive in με ζωντανή ταινία ήταν αυτό το φανάρι εκείνη τη μέρα!
 Ο χίπης πήγε τη χίπισσα του στο πεζοδρόμιο και, όσο τη βοηθούσε να κάτσει, ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια απ’ τους οδηγούς να τους πάει κάποιος στην κλινική, να γεννήσει κανονικά σαν άνθρωπος η κοπέλα.
 Εν τω μεταξύ άναψε το πράσινο και τα’ αμάξια μούγκρισαν πριν ξεχυθούν στο δρόμο και πάλι. Ένα citroen σταμάτησε στην άκρη να βοηθήσει κι αυτή ήταν η τελευταία σκηνή καθώς διαλύαμε το “drive in”.
 Στο διπλανό φανάρι της διασταύρωσης ολοκλήρωσα και το πάρε-δώσε μου με τα πακιστανάκια εκείνη τη μέρα. Κάθονται τα έρμα και καθαρίζουνε παρμπρίζ απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Για καμιά τυρόπιτα κι αυτοί, δε μπορεί να βγάζουν περισσότερα. Τα πετυχαίνω εκεί κάθε μέρα, και στο «πήγαινε» και στο «έλα» απ’ τη δουλειά. Τώρα είχαν γυρίσει και κοιτούσανε το περιστατικό με τους χίπηδες.
 Εγώ γκάζωσα κι έφυγα, για να προλάβω να κάνω κι ένα ντουζ. Είχα γνωρίσει τότε τη Μαρία, ένα πολύ σωστό γκομενάκι, κι είχαμε κανονίσει για τις 10. Ίσα που προλάβαινα.

Φυλακισμένη

Μοιάζει να κρύβει και κάτι ακόμα αυτή η φωνή.
Τρεις λέξεις μόνο κάθε φορά, οι δυο πάντα ίδιες.
Καμιά απάντηση.

Κάθε φορά αφήνομαι στη βαρεμάρα της αναμονής.
Aπλά υπάρχω.
Σα να σταματάει ο κόσμος και να επιστρέφει στην κανονική του ροή όταν πατάω ξανά τα πόδια μου στο πεζοδρόμιο.
Κάθε φορά που μπαίνω σ’ αυτό τον παράλληλο κόσμο, πιάνω τον εαυτό μου να παρατηρεί τη φωνή.
Τόσο άρχωμη, τόσο άνευ ενδιαφέροντος.
Σαν να μη τη νοιάζει καθόλου αυτό που λέει. Και βάζω στοίχημα πως έτσι είναι.
Θα είναι απλώς μια κοπέλα που πήρε λίγα λεφτά για να πάει μια μέρα να ηχογραφήσει τη φωνή της.
Ναι, αλλά πόσα λεφτά;
Πού τα ηχογράφησε και ποιά ήταν η διαδικασία;
Δεν υπάρχει τρόπος να μάθω.
Άραγε, αν μια μέρα διασταυρωνώμουν μ’ αυτή την κοπέλα, αν την άκουγα να μιλάει στο τηλέφωνο, θα αναγνώριζα τη φωνή της;
Και ποιος μου 'πε οτι είναι νέα; Αυτή η φωνή θα μπορούσε να ανήκει σε γυναίκα από 25 έως 55 χρονών.
Τέλως πάντων.
Δεν ξέρω καν γιατί με νοιάζει τόσο. Σκέτη περιέργεια μάλλον.
Πάντως, κάποιες φορές, ιδίως κάτι μεσημεριανές ώρες του καλοκαιριού ή τα ξημερώματα κάθε Κυριακής, η φωνή μοιάζει σα να κρύβει μιαν απόγνωση πίσω από αυτό τον τυπικό τόνο.
Σαν να θέλει να πει άλλα πράγματα.
Να κλαφτεί ή
να ουρλιάξει για βοήθεια.
Να ζητήσει να τη βγάλουν απ’ αυτή τη φυλακή.
Σαν φυλακισμένη μοιάζει.
Και ποιος να την ελευθερώσει;
Ποιόν περιμένει πίσω απ’ τα ηχεία του λεωφορείου και το καντράν που γράφει τις στάσεις;

Σ' ένα ταξίδι με πλοίο

 Μάταια προσπάθησα να τραβήξω την προσοχή της. Το μωρό της διπλανής έκλαιγε τόσο διαπεραστικά, που για λίγο πίστεψα πως αν δοκίμαζα κι εγώ κάτι τέτοιο, τότε σίγουρα θα με πρόσεχε. Ένα μέλος του πληρώματος πέρασε από το σαλέ για να ελέγξει αν όλα ήταν εντάξει κι έπειτα χάθηκε σε κάποιο διπλανό δωμάτιο-κόσμο.
 Όσο αυτή δοκίμαζε το βιβλίο της με το απορροφημένο βλέμμα της και την συγκέντρωση μου με την απαλή κίνηση του ενός ποδιού της, παρά δίπλα ένα ζευγάρι καυγάδιζε και, μαζί με το κλάμα του μωρού, συνέθετε ένα έργο που δε θα ανταποκρινόταν ούτε στα πιο εκκεντρικά μουσικά γούστα.
 Είχε πραγματικά αποσπάσει την προσοχή μου. Την κοιτούσα επί ώρα, αλλά αμφιβάλλω αν το παρατήρησε. Αργότερα μάλιστα, σκέφτηκα πως και να το παρατηρούσε, ελάχιστη εντύπωση θα της προκαλούσε. Το κατάλαβα αυτό από τα τοξωτά της φρύδια που έμεναν ολόισια εδώ και ώρες ταξιδιού και από τις γάμπες της, που έμοιαζαν έμπειρες στο απαλό και προκλητικό κούνημα.
 Για να μην τα πολυλογώ, λίγη ώρα ακόμα πέρασε και πλέον δεν ήμουν σίγουρος αν επέμενα τόσο επειδή μ' άρεζε ή επειδή είχα πεισμώσει κι ήθελα να τραβήξω ντε και καλά την προσοχή της. Έφταιγε πάντως και η αφόρητη πλήξη του μεγάλου ταξιδιού, το ομολογώ.
 Καταεκνευρισμένος με την αδιαφορία της, ανέβηκα στο δεξί μπράτσο της πολυθρόνας όπου καθόμουν τόση ώρα και προς μεγάλη έκπληξη του μωρού, που σταμάτησε να κλαίει, ισορρόπησα το βιβλίο μου στο κεφάλι μου. Όλα αυτά κράτησαν γύρω στα δεκαπέντε δευτερόλεπτα κι έπειτα βρέθηκα στο έδαφος. Το διπλανό ζευγάρι έτρεξε να με ρωτήσει αν είμαι καλά και το μωρό άρχισε να χειροκροτάει. Το πόδι εκείνης σταμάτησε για λίγο να σαλεύει κι αυτή σήκωσε ελάχιστα το βλέμμα της από το βιβλίο της για να εξετάσει το σκηνικό. Επέστρεψε όμως γρήγορα στην προηγούμενη ασχολία της, λες και το καραγκιοζιλίκι μου την συγκίνησε όσο θα τη συγκινούσε ένα φτέρνισμα σ' ένα καφενείο, μια Τρίτη μεσημέρι.
 Αφού συνήλθα, συνειδητοποίησα πως δε θα μπορούσε ποτέ να με ενδιαφέρει ένας άνθρωπος που ζει τις συγκινήσεις τόσο χλιαρά. Πήρα από το πάτωμα το βιβλίο μου, που μοιραία είχε πέσει κι αυτό, κι επέστρεψα στη θέση μου.
 Διάβασα μέχρι το τέλος της διαδρομής.

"I'm only here for the illusion"

 Ήταν Τετάρτη και ήταν η μέρα που ο Ευριπίδης είχε προγραμματίσει να πάει να αγοράσει έρωτα. Είχε περάσει αρκετά απογεύματα προσπαθώντας να αποφασίσει αν χρειάζεται ή όχι έναν έρωτα. Είχε μάθει από έναν συνάδελφο που μπορούσε να βρει και μιας και τα λεφτά δεν του 'λειπαν, πήρε τηλέφωνο και ζήτησε ραντεβού για τη συγκεκριμένη μέρα.
 Το γραφείο που θα πήγαινε ο Ευριπίδης, αυτό που του 'χε συστήσει εκείνος ο τύπος από τη δουλειά, ήταν σ' ένα ύποπτα αδιάφορο κτήριο. Εκεί μπορούσε κανείς να προμηθευτεί κάθε λογής πράγμα. Λίγη εμπιστοσύνη, καλού ή κακού είδους ζήλια και, φυσικά, έρωτα. Ο έκτος όροφος της παλιάς εκείνης πολυκατοικίας ήταν όλος κατειλημμένος από την εταιρία και περιλάμβανε ξεχωριστά τμήματα για κάθε...εμπόρευμα.
 Έξω από την πόρτα που έγραφε "Έρωτας" ήταν στημένο ένα σαλονάκι αναμονής, θλιβερό σαν δωμάτιο ξενοδοχείου. Δύο άβολοι πράσινοι καναπέδες ήταν πιασμένοι από τους πισινούς ανυπόμονων πελατών κι ο Ευριπίδης, που είχε φτάσει τελευταίος, καθόταν ακριβώς δίπλα, σε μια εξίσου άβολη πολυθρόνα. Τα λεπτά περνούσαν αμήχανα και αργά για τους πέντε που περίμεναν. Ο Ευριπίδης χάζευε τους άλλους τέσσερις, την ταπετσαρία και την πινακίδα πάνω από την πόρτα που έλεγε "παρακαλώ ησυχία, θα έρθει και η σειρά σας". Προκειμένου να σπάσει τον πάγο και κυρίως τη σιωπή, ένας απ' τους άλλους τέσσερις, ο πιο αντιπαθής απ' όσο μπορούσε να προβλέψει ο Ευριπίδης, ξερόβηξε και είπε:
 - Έχω καιρό να ερωτευτώ και σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα. Ψάχνω για μια γεματούλα, με λίγο χιούμορ και οπωσδήποτε χωρίς στραβά δόντια! Εσείς;
 Οι υπόλοιποι κόντευαν να κοιμηθούν πριν αρχίσει ο τύπος να μιλάει και όταν τους απηύθυνε τον λόγο, προσπάθησαν να σκεφτούν κάποιαν απάντηση.
 - Εμένα δε μ' αρέσουν οι χοντρές. Θέλω λεπτή, έξυπνη και καλή στο κρεβάτι!
 - Εγώ, είπε ο τρίτος, δεν ενδιαφέρομαι για την εξωτερική εμφάνιση. Με νοιάζει να με αγαπάει και να 'ναι καλή νοικοκυρά. Ξέρετε τώρα, να κάνει και κανα καλό φαΐ...
 Ο πρώτος έδειξε να παραξενεύεται:
 - Μα, δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν αυτά με τον έρωτα. Μήπως ψάχνετε το τμήμα βολέματος; Είναι δεξιά και στο βάθος, είπε και έδειξε με το χέρι.
 Ο άλλος το σκέφτηκε για λίγο, κι έπειτα σηκώθηκε και βάδισε γρήγορα προς τα "δεξιά και στο βάθος" και δεν τους ξανααπασχολήσε μέχρι το τέλος της ιστορίας.
 Η συζήτηση είχε αποσυντονιστεί, μέχρι που ο τέταρτος από τους καναπεδοκαταληψίες μίλησε:
 - Εγώ παιδιά είμαι εδώ για να ξεχάσω...Είχα πρόσφατα έναν έρωτα που απέτυχε και σκέφτηκα πως ένας νέος θα με αναζωογονούσε.
 Είχαν πιάσει ωραία κουβεντούλα. Ο Ευριπίδης καθόταν σιωπηλός και τους άκουγε. Είχε κάπως μπερδευτεί.
 - Εσύ φίλε; Πώς κι από 'δω; αστειεύτηκε ο πρώτος, απευθυνόμενος στον Ευριπίδη.
 - Τι να σας πω ρε παιδιά...εγώ για την ψευδαίσθηση ήρθα.



 Το τέλος ενός έρωτα πολλές φορές σημαίνει μια καταστροφή. Όμως, η όμορφη ψευδαίσθηση μέχρι την καταστροφή αξίζει τον κόπο.