Δε μιλάμε

Θα σου ζητούσα να μη φύγεις, αλλά μετά σκέφτηκα πως θα 'ταν κάπως εκβιαστικό, οπότε σκέφτηκα να σου ζητήσω τουλάχιστον να μην αλλάξεις. Αλλά πάλι, στην ουσία το ίδιο πράμα δε θα 'λεγα; Έμεινα λοιπόν σε μια σιωπή διόλου άνετη ή αντιπροσωπευτική όσων σκεφτόμουν. Ναι, δεν τη διάλεξα ως καλύτερη επιλογή, τη διάλεξα επειδή δεν έβρισκα την καλύτερη επιλογή.

Κι άλλο

 Κι αν ακόμα αντικαθιστούσαμε
όλες τις ήρεμες μέρες,
τις περιόδους αδράνειας και οκνυρίας,
τα χρόνια αναμονής και δισταγμού,
αν τα αλλάζαμε με ασταμάτητες κι ακούραστες προσπάθειες αναζήτησης
και απορρόφισης κάθε μικρής σταγόνας ζωής και εμπειρίας,
θα ξυπνούσαμε ξανά απογοητευμένοι.

 Απογοητευμένοι γιατί αυτό που ήδη ξέρουμε,
οτι δηλαδή όσα κι αν κάνεις, αυτά που δεν θα έχεις κάνει θα είναι πάντα περισσότερα,
αυτή η ρήση
που θα συμβούλευε κάποιον να ηρεμήσει
και να πάψει να κυνηγάει το τέλειο ή πάντως το ολοκληρωμένο,
ενώ το ξέρουμε κι αποδεινύεται με απλά μαθηματικά πως είναι έτσι,
δε μπορεί αυτή η πληροφορία να βάλει για ύπνο το μαύρο μας σκύλο.
Το μαύρο σκύλο που ζει μέσα μας
και που κι αυτός όσο τον ταΐζουμε,
θέλει κι άλλο.

Δίπλα στο ποτάμι

 Καθόμασταν δίπλα στην όχθη του ποταμού και μιλούσαμε για τις ζωές μας. Ανάσκελα, να κοιτάμε τον ουρανό ή καθιστοί, να χαζεύουμε τα νερά όπως περνούσαν, συζητούσαμε. Το χορτάρι κιτρίνισε, ξεράθηκε και φύτρωσε ξανά κι εμείς πηγαίναμε και καθόμασταν εκεί, δίπλα στο ποτάμι και μιλούσαμε για τις ζωές μας και πώς θα θέλαμε να είναι.
 Ένα απόγευμα πέρασαν κι αυτές από μπροστά μας κι έφυγαν μαζί με τα νερά του ποταμού. Ούτε που μας έγνεψαν αντίο.