Εντυπώσεις

Είναι μαγικό το πώς ένας ήχος ή εν προκειμένω μια εικόνα μπορεί να δημιουργήσει εντελώς διαφορετικές εντυπώσεις στους ανθρώπους. Οι πίνακες του Edward Hopper πάντα με μάγευαν επειδή μοιάζουν να λένε όλοι από μια ιστορία. Ή μάλλον όχι μόνο μια: Συζητώντας με φίλους συνειδητοποίησα πόσο διαφορετικές ιστορίες πλάθονται στο μυαλό του καθενός όταν κοιτάζει έναν πίνακα του Hopper. Αποφάσισα λοιπόν να συλλέξω διαφορετικές εκδοχές του τι θα μπορούσε να απεικονίζει ο παρακάτω πίνακας. και να τις εκθέσω εδώ.
Ταξιδέψτε:


Edward Hopper's Summer Evening (1947)

 

Αργά

 Η ζέστη του Αυγούστου εισχωρεί στο σώμα μου..Αρνείται να με εγκαταλείψει. Τη σκέφτομαι πάλι....Απο τη στιγμή που την είδα δεν την έχω βγάλει απο το νου μου. Όχι επειδή δεν θέλω, απλά γιατί είναι αδύνατον. Πάνω απο τις λιγοστές μου δυνάμεις...Δυστυχώς, με έχει κυριεύσει. Σηκώνομαι απο το άθλιο και ζεστό μου κρεββάτι για να προχωρήσω ως το νεροχύτη, να ανοίξω τη βρύση και να πιώ λίγες σταγόνες νερού..ζεστού. Δεν έχω κλείσει τα πατζούρια απο τα παράθυρα, ήμουν ξαπλωμένος βλέπεις ώρες κι έτσι με βρήκε η νύχτα..ξαπλωμένο δίχως να κοιμάμαι. Με τα μάτια ορθάνοιχτα κοιτάζοντας όχι απαραίτητα κατι συγκεκριμένο...και τις σκέψεις.....ας μη ξεχνάμε τις σκέψεις..κι εκείνη. Το φως των αστεριών που μπαίνει μέσα στο σκότος του σπιτιού είναι λιγοστό, μα συνάμα τόσο σαγηνευτικό. Πέφτει επιλεκτικά πάνω στα παλιά ξύλινα έπιπλα και τα αγκαλιάζει...όπως θα αγκάλιαζε εκείνη. Φτάνω ως την πόρτα. Την ανοίγω και.. στέκεται εκεί. Την πλησιάζω τόσο που να μπορώ να μυρίζω το άρωμά της, που έχει καρφωθεί μέσα μου.. Την παρατηρώ...Τα λιγοστά της ρούχα αφήνουν φανερά τα αψεγάδιαστα μέρη του σώματός της, κάνοντας τη να φαίνεται ακόμη πιο ελκυστική στα μάτια μου. Εκείνη στέκεται εκεί...αμίλητη και χωρίς να ρίχνει ούτε ένα βλέμμα στο άτομό μου...σαν κούκλα βιτρίνας κάποιου φθηνού μαγαζιού. Την κοιτάζω επίμονα. Κάνει πως στρέφει το κεφάλι της προς εμέ... και εξαφανίζεται! Ω τι κρίμα...μια ακόμη ψευδαίσθηση. Ή μηπως οχι;



Χωρίς τίτλο


Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβατι μου χθες το βράδυ κοιτάζοντας σε μια οροφή γεμάτη αστέρια. Οταν ξαφνικά το ένιωσα.
Ετρεξα και πήγα και την βρήκα.
"θα ήθελα μονο να σου δείξω πως αισθάνομαι"...
"Ζούμε μαζί σε μια φωτογραφία στο χρόνο.
Κοιτάζω μεσ´ τα ματια σου και οι θάλασσες ανοίγονται μπροστά μου.
Σου λεω οτι σ´αγαπαω και πάντα θα ειναι έτσι... Αλλα ξέρω.εσυ δεν μπορεις να το πεις.
Και τωρα να μαι εδω.Να μαζεύω τα τα σημάδια -τα μικρά σύμβολα της αφοσίωσης σου-
Νιώθω την ένταση με την οποια σφιγγεις την παλαμη του χεριου σου και ξερω πως δεν ειναι αγάπη. Αισθάνομαι τα φλεγόμενα,κενα ματια σου κατευθειαν μέσα στην καρδιά μου Και ξερω οτι δεν ειναι αγάπη.
Το δέχομαι και συλλεγω πάνω απο το σώμα μου τις μνήμες της αφοσίωσης σου."


Χωρίς τίτλο

 Κι έτσι κάθησαν εκεί... Αφού είπαν όλα τα νεα τους, που είχαν καιρό να ακούσουν από το στόμα του άλλου, στάθηκαν εκεί σιωπηλοί. Ούτε αυτός ούτε και αυτή δεν είχαν προλάβει να σκεφτούν τι θα ερχόταν. Η κατάσταση δεν ήταν καλή, Ο ένας κοίταζε τον άλλον με μάτια γεμάτα απορία και αγάπη... ένα μείγμα από αγάπη και πάθος αλλά και από βαρεμάρα και απορία..
 - Τι κάνουμε λοιπόν; αποκρίθηκε αυτή, με φανερή την θλίψη στο πρόσωπό της.
 - Δεν ξέρω.... με θολό χαμόγελο και μελαγχολία απάντησε αυτός. Σκεφτόταν πώς άρχισε όλο αυτό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τι τους οδήγησε σε αυτήν την συζήτηση για τέταρτη φορά. Πώς το ζευγάρι που όποτε έβλεπαν ο ένας τον άλλον έσταζαν τα μάτια τους από πάθος και έλλειψη,τώρα ήταν έτοιμα να δακρύσουν....; Ησυχία...Μα τι γαμημένη ησυχία είναι αυτή όταν κάθεσαι σιωπηλός με το , για λίγη ώρα ακόμα, ζευγάρι σου; Λες και όλοι περιμένουν από εμάς να μιλήσουμε. Μάλλον όμως δεν είναι πραγματική η ησυχία.... Μάλλον κανείς από τους δυο δεν ακούει τίποτα άλλο παρά μόνο την ομιλία του ανθρώπου που τον νοιάζει. Εκείνη την στιγμή μια γριούλα που περνούσε φτερνίστηκε... αυτός γέλασε... αυτή δεν συνήθιζε να γελά με τέτοια πράγματα αλλά τα νεύρα όλων έψαχναν πάσας μορφής εκτόνωση οπότε γέλασε και αυτή... για να μην κλάψει. Αυτός κατάλαβε τη δικιά της ανάγκη και αγωνία για την σχέση τους και αυτή είχε καταλάβει την δικιά του... Μια διαπίστωση που αξίζει να κάνουμε εδώ είναι, πως οι άνθρωποι μπορούν να σκεφτούν με πολλές λεπτομέριες τι μπορεί να θέλει ο άλλος αλλά όταν αυτή την απίστευτη ερώτηση "τι θέλω εγώ για μένα;" πρέπει να την απαντήσουν μόνοι τους τότε όλα είναι αμέσως ποιο δύσκολα. Είχε περάσει η ώρα... έπρεπε να γυρίσουν σπίτια τους. Τι δύσκολη ώρα...; Και οι δύο είχαν μουδιάσει στο κάγκελο που ακουμπούσαν αλλά δεν είχαν πεί τίποτα γιατί δεν τους ένοιαζε! Τώρα όμως έπρεπε να φύγουν... να φύγουν και να μην γυρίσουν πίσω να ξαναδουν το πρόσωπο που τόσο είχαν αγαπήσει και τόσο είχαν αγαπηθεί.
 - Λοιπόν τι κάνουμε; ρώτησε αυτός με μια φωνή που πια δεν του θύμιζε καμία απο τις προυγουμενες φωνές που είχε...Μια φωνή τόσο πρωτόγνωρη όσο και η κατάσταση που διαδραματιζόταν με αυτόν πια πρωταγωνιστή και όχι κάποιο φίλο του. Και με την ίδια φωνή (λες και ήταν μαγικό) αυτή του αποκρίθηκε
 - Ίσως θα ήταν καλύτερα και για τους δυο μας να χωρίσουμε...
 Αυτή η στιχομυθία έγινε ακριβώς στο ίδιο μπαλκονάκι που είχαν πρωτογνωριστεί, στην ίδια πέργκολα που είχαν φιληθεί για πρώτη φορά... και φιλήθηκαν και τώρα... για τελευταία φορά φιλήθηκαν με τόσο πάθος και αγάπη. Είχαν πολύ καιρό να φιληθούν έτσι...γι' αυτό χωρίσανε άλλωστε. Στεκόντουσαν εκεί για αρκετή ώρα και ταυτόχρονα και οι δύο έβλεπαν καρέ καρέ όλη την πορεία της σχέσης των. Έβλεπαν πώς το σποράκι που μαζί φύτεψαν, μεγάλωσε και έδωσε τη θέση του στον καρπό της ενηλικίωσης που τώρα πρέπει να θρέψουν κατά μόνας.... γιατί αυτός και αυτή "μεγάλωσαν" μαζί. Και καθώς κοιταζόντουσαν τα μάτια τους ήταν όπως όταν γνωρίστηκαν... με την ίδια γυαλάδα και το ίδιο συναίσθημα. Τα μάτια θα είναι πάντα εκεί σαν εικόνες που θα θυμίζουν και στους δυο πως ήταν μαζί...





Τα παιδιά της μαργαρίτας


Ετούτα τα ζεστά, υγρά γεμάτο αιμορουφήχτρες βράδια τα μισούσε πιο πολύ από την ίδια του την ύπαρξη.
Κι είχε λόγους να τη μισεί.
Σε μια εβδομάδα ο Ρόι κλείνει τα 77. Κάποτε τον αγαπούσε τον αριθμό πιο πολύ από την ίδια του τη ζωή.
Και το λάτρευε το τομάρι του.

Ένα ποτήρι με τρία δάκτυλα από το αγαπημένο του ουίσκι, χωρίς πάγο, βάραινε το αριστερό του χέρι. Το δεξί κρατούσε τη μάσκα οξυγόνου. Σε αυτά τα μέρη η υγρασία ξεπερνούσε το 100% και τα πνευμόνια του δεν άντεχαν.

Πριν από τριάντα τρία χρόνια θυμάται την ημέρα που παντρεύτηκε. Εκείνος μεσήλικας κι εκείνη μικρότερη κατά 22 χρόνια, ώριμη για την ηλικία της, ανεπτυγμένη με σφιχτό ολόλευκο στήθος και ξανθιά σα το στάχυ ίσια, λεπτά, μακριά μαλλιά.
Κατεβάζει μια γουλιά και θυμάται πόσο πολύ αγαπούσε τα μακριά της δάκτυλα' ιδίως όταν διέτρεχαν τα γένια του, αργά ξεκινώντας από το λαιμό του καταλήγοντας στο αυτί και πάντα, ως ιεροτελεστία ιθαγενών σε ένα μακρινό νησί που δε γνώρισε ποτέ του τις χάντρες, κατέληγε σε ένα ζεστό φιλί στο μάγουλό του.

Παίρνει μια βαθιά ανάσα από το απαραίτητο οξυγόνο κι έκλεισε τα μάτια. Την ένοιωσε, μέσα του πνοή, φιλί της ζωής. Μισούσε τη μοναξιά, του έλειπε η μητέρα των παιδιών του, η καθημερινότητα, η ρουτίνα που τότε ήθελε να ξετινάξει από πάνω του.
"Αν δεν το χάσεις, δεν το εκτιμάς", του είχε πει ένα βράδυ με πανσέληνο σ'εκείνο ακριβώς το σπίτι, λίγο πιο πέρα από το σημείο που καθόταν.
Για την ακρίβεια στην μπροστινή βεράντα, ένα κλασσικό στοιχείο των σπιτιών των νότιων ΗΠΑ εκείνης της περιόδου, εκεί που τώρα περίμεναν με αγωνία τα παιδιά του.

Η Τζιλ και ο Τζόνυ ήρθαν με το τρένο από το μακρινό Σικάγο. Ποτέ τους δε συμπάθησαν τη Λουιζιάνα και μόλις έγιναν 16 έφυγαν με την πρώτη ευκαιρία. Ο Τζόνυ έγινε χορευτής σε ένα καμπαρέ ενώ η Τζιλ παντρεύτηκε σχεδόν αμέσως έναν μουσικό, ο οποίος κι έδωσε τη δουλειά στον αδελφό της.
Είχαν ξεχάσει πόσο πολύ μισούσαν την υγρασία του Νότου και πόσο πολύ τους έλειπε εκείνο το σπίτι. Λίγα ήξεραν για το τι να περιμένουν εκείνο το βράδυ. Μονάχα περίμεναν, αυτό τους είχε ζητήσει ο πατέρας τους.

Η Μάργκαρετ ήταν μια όμορφη κοπέλα από ευκατάσταση οικογένεια. Ο πατέρας της μεγαλοδικηγόρος, χωμένος σε όλες τις ακαθαρσίες του Νόμου, η μητέρα της μια τυπική νοικοκυρά που επιδείκνυε τα καινούρια τάπερ στις φίλες της, τη γυναίκα του Δημάρχου και την κουνιάδα της, γυναίκα του Σερίφη.
Γνώρισε το Ρόι σε μεγάλη σχετικά ηλικία, όλες τις οι φίλες είχαν παντρευτεί από τα 19 τους. Τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, σε ένα κλαμπ γκολφ την μοναδική ημέρα του μήνα όπου επιτρεπόταν η είσοδος σε γυναίκες. Την είχε φέρει ο πατέρας της. Ο Ρόι ήταν γνωστός του, χρηματιστής από το Βορρά ο οποίος είχε προσφάτως μετακομίσει στην πόλη τους. Η Μάργκαρετ έχυσε μια μαργαρίτα επάνω στο γιλέκο του και πάνω στην προσπάθεια να τον καθαρίσει με την πετσέτα, τα ακροδάκτυλά τους ενώθηκαν δημιουργώντας στιγμιαίο ηλεκτρισμό. Το ίδιο βράδυ θα γινόταν γυναίκα με τον άντρα που θα της χάριζε λίγο αργότερα δύο κατάξανθα μωρά.

Ο Ρόι τελείωσε το ποτό του και πήρε την απόφαση που τόσο καιρό ανέβαλε. Σε λίγη ώρα θα σηκωνόταν από τη δερμάτινη πολυθρόνα, θα άφηνε τη μάσκα πάνω στο καφέ με δερμάτινη επένδυση τραπεζάκι του καφέ και θα διέσκιζε την τραπεζαρία για να βγει στη βεράντα.
Σε λίγη ώρα ο Ρόι θα ζητούσε μια τελευταία χάρη από την Τζιλ και τον Τζόνυ, ένα σωσίβιο για να φύγει καθαρός από την εδώ ζωή.
Ο Ρόι θα ζητούσε συγχώρεση.
Συγχώρεση που τους άφησε να φύγουν από το σπίτι τους και ποτέ δεν τους αναζήτησε.
Συγχώρεση που έμεινε κλειδωμένος με κατεβασμένες γρίλιες σχεδόν δύο δεκαετίες στο σπίτι που κάποτε γέμιζε η γυναίκα και τα παιδιά του.
Συγχώρεση που ποτέ δε συγχώρεσε την απουσία του από το πλευρό της Μάργκαρετ, όταν αυτή ξεψυχούσε αμέσως μετά την πολύωρη αιματοβαμμένη γέννα των.

Μετά από 3 χρόνια, ένα ζεστό σαν εκείνο εκεί το βράδυ του καλοκαιριού λίγο πριν κλείσει τα 80 χρόνια, ο Ρόι θα έκανε τη τελευταία του έξοδο, την οριστική φυγή από τη χαρμολύπη της άδειας του ζωής.
Στον ύπνο του, στο κρεβάτι του.
Στο δωμάτιο που του έδωσε η Τζιλ στο σπίτι της, στο Σικάγο.

Προλαβε τρία γεμάτα χρόνια με τα παιδιά του και τα δύο ετών εγγόνια του.
Δίδυμα είναι.
Όπως τα παιδιά της μαργαρίτας.




Χωρίς τίτλο

Ο Edward, είναι ένα αγόρι 16 χρονών που ζει με τον πατέρα του σε κάποιο προάστιο της Αμερικής. Έχει περίπου ένα χρόνο που είναι πολύ τσιμπημένος και ερωτευμένος με μία κοπελίτσα από το σχολείο του την Angie , η οποία τυχαίνει να είναι δύο χρόνια μεγαλύτερή του. Ντροπαλός και άβγαλτος, λοιπόν, όπως είναι, δεν τολμά να την πλησιάσει και να της μιλήσει. Ώσπου πλησιάζει ο χορός του σχολείου τους και τυχαία μαθαίνει ότι η κοπελιά δεν θα έρθει στο χορό επειδή δε βρήκε κάποιον να τη συνοδεύσει. Μαθαίνοντας αυτό, ο Edward παίρνει θάρρος και της ζητάει να πάνε μαζί στο χορό. Αυτή δέχεται. Γεμάτο χαρά και ενθουσιασμό το αγόρι, που πέτυχε το στόχο του, αρχίζει και συνειδητοποιεί ότι δεν έχει παρόμοια εμπειρία με άλλη κοπέλα γεγονός που τον κάνει να διστάζει όλο και περισσότερο στην ιδέα, δεδομένου και ότι είναι και μεγαλύτερή του. Μετά από μια βδομάδα σκέψεων φτάνει η ημέρα που θα γινόταν ο χορός και ο νέος, έχοντας σχηματίσει στο μυαλό του όλες τις πιθανές εκδοχές εκείνης της νύχτας, αποφασίζει να βρει μια πόρνη και να τη συμβουλευτεί προκειμένου να εντυπωσιάσει την κοπέλα. δέκα λεπτά πριν αρχίσει ο χορός, και ο νέος βρίσκεται μαζί με την πόρνη έξω από το σπίτι του κάνοντας μια πολύωρη συζήτηση η οποία δε μοιάζει να σταματά…Κάπου εκεί τριγυρνούσε και ο Hopper, ανήσυχος ψάχνοντας στιγμές να φυλακίσει στον καμβά του.

 

 

 

 

 

Καλοκαιρινή νύχτα

  Τον είχε δεί. Δεν υπήρχε αμφιβολία,ήταν σίγουρα αυτός.
Συνέβη στο κομμωτήριο, όταν η Μπεατρίς αποφάσισε πως ήταν η πιά καιρός να φρεσκαριστεί.
Μέσα σε μια στιγμή όλα είχαν αλλάξει.

  Στις 3 πρώτες βδομάδες της «σχέσης» της με τον Ντέρεκ, όπως της άρεζε να αποκαλεί τα 5 ραντεβού τους, ένιωθε οτι είχε βρει τον «παράδεισο» της. Η Μπεατρίς Μπέικερ πίστευε ότι στο πρόσωπο του Ντέρεκ Ντόερτυ είχε βρεί το αγόρι της ζωής της!
Όλοι οι κάτοικοι της μικρής κομητείας του Σίλβερ Κρίκ είχαν να λένε για την κόρη του φούρναρη τα πιο πικάντικα λόγια. Δεν ήταν λίγες οι φήμες που ξεκίνησε η γυναίκα του πάστορα για το τί μπορεί να συμβαίνει στην κάμαρα της Μπεατρίς..
Ένα πράγμα ήταν σίγουρο: η Μπεατρίς είχε αγόρι και όλοι το ήξεραν!
Και η αληθεια είναι οτι αυτό δεν την πείραζε καθόλου. Ίσα ίσα, μέσα της σκεφτόταν οτι είναι καλύτερα έτσι. Εξ άλλου, κι ο Ντέρεκ δεν ήταν όποιος κι όποιος: επρόκειτο για ένα απο τα πιο δημοφιλή αγόρια του Σίλβερ Κρίκ. Είχε δικό του αυτοκίνητο, ένα κόκκινο καμπριολέ, μέσα στο οποίο η Μπεατρις φανταζόταν τον εαυτό της να σηκώνει το κεφάλι και τα μαλλιά της να ανεμίζουν, όσο αυτό θα έσκιζε τον αέρα.
Ο Ντέρεκ ήταν αρκετά ψηλός, γεροδεμένος και πολυ όμορφος. Είχε ξανθά μαλλιά, πιο μακρυά απο το συνηθισμένο, τα οποία  φρόντιζε πάντα να έχουν την ίδια ακριβώς χωρίστρα προς τα δεξιά. Στην Μπεατρίς άρεσαν πολύ τα μαλλιά του Ντερεκ.
Αυτό που πιο πολύ της άρεσε όμως, ήταν το βλέμμα του: Αρκούσε η Μπεατρις να κοιτάξει τον Ντερεκ στα μάτια, σ’αυτά τα πανέμορφα, διαπεραστικά, πράσινα μάτια για να σιγουρευτεί:
Αυτόν ήθελε! Και, το δίχως άλλο, δεν έβλαπτε καθόλου όλοι να ξέρουν οτι αυτή, η Μπεατρίς Μπέικερ, ήταν το κορίτσι του Ντέρεκ Ντόερτυ!
Τί συναρπαστικό...! Ήταν επιτέλους κάποια...!

  Όσο γι’αυτήν; Η Μπεατρίς Μπέικερ ήταν ένα όμορφο κορίτσι γύρω στα 19-20, έτοιμο να κατακτήσει τον κόσμο! Τουλάχιστον, έτσι νόμιζε. Της άρεσε να ακούει την μουσίκη του Duke Ellington στο, παλιό πια, πικ-απ του πατέρα της και να χορεύει στον ρυθμό του swing(ειδικά όταν ήταν κάποιος κοντά για να την βλέπει.). Η ίδια ένιωθε όμορφη, ειδίκα όταν χόρευε και δή μπροστά στον Ντέρεκ.
Η Μπεατρίς ευχόταν να ήξερε και αυτός να χορεύει...
Ένα πράγμα μόνο δεν άρεζε στην Μπεατρίς σχετικά με τον εαυτό της: τα μαλλιά της.
Τα συχαινόταν! Αυτά τα άχαρα, χωρίς κανένα χαρακτήρα, ξανθά μαλλιά δεν μπορούσε να τα στρώσει με τίποτα! Άραγε, τι σκεφτόταν ο Ντέρεκ για τα μαλλιά της;
Του άρεσαν; Τα μισούσε;
Το σίγουρο είναι οτι δεν της άρεσε να εμφανίζεται έτσι μπροστά του.
  Είχε φτάσει, λοιπόν, η ώρα! Μετά απο 3 εβδομάδες «σχέσης» η Μπεατρίς δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να εμφανίζεται πια μπροστά στον Ντέρεκ με τέτοιο μαλλί...!
Μάζεψε, λοιπόν, μερικά χρήματα, «δανείστηκε»μερικά απο το παλτό του πατέρα της(Ήξερε για το σκύσιμο που υπήρχε στην φόδρα στο δεξί πλευρό του παλτού, μέσα στο οποίο ο πατέρας της  συνήθιζε να κρύβει τα λιγοστά νομίσματα που φίλαγε για δύσκολες μέρες) με την υπόσχεση στον εαυτό της ότι θα τα επιστρέψει όταν μπορέσει. Και ξεκίνησε!
Το κομμωτήριο ήταν αρκετά κοντά στο σπίτι της ώστε να το βλέπει απο
το παράθυρο της, αρκετά μακρυά όμως, ώστε να νιώσει ένα είδος αγωνίας
στη διαδρομή. «Άραγε,είχε πάρει την σωστή απόφαση;», «Μήπως τα μαλλιά της ήταν όμορφα όπως ήταν;» Είχε πάρει όμως την απόφαση της. Και ήταν αποφασισμένη να την πραγματοποιήσει!
Έτσι, το απόγευμα μιας καλοκαιρινής παρασκευής, στις 6:32 ακριβως
η Μπεατρίς Μπέικερ, μέσα σε ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων, μπήκε μέσα.
Όλα ήταν τόσο απλά και καθημερινά μέσα στο κομμωτήριο, κι όμως, μέσα στο κεφάλι της όλα φάνταζαν απειλητικά. Περίμενε την σειρά της καθισμένη σε μια καρέκλα που, όπως σκεφτόταν η Μπεατρίς, ήταν η πιο άβολη που είχε κάτσει ποτέ. Δεν περίμενε για πάνω απο 5 λεπτά, της φάνηκαν όμως σαν να ήταν 20.
Και πάνω που είχε σχεδόν πάρει την απόφαση να φύγει και να το αφήσει «ίσως για μια άλλη φορά», άκουσε το όνομα της απο μία βαρειά αντρική φωνή, με ένα στοιχείο γαλλικής προφοράς: Ήταν η σειρά της!
Κάθησε στην καρέκλα και είδε, απελπισμένη, τα μαλλιά της να την εγκαταλείπουν λίγα λίγα..
Ωστόσο, τα συναισθήματά της άλλαξαν σιγά σιγά. Όσο έβλεπε τα μαλλιά της να αλλάζουν όψη, όλο και περισσότερο ένιωθε καλύτερα:ένιωθε όμορφη!
Και το σημαντικότερο: ένιωθε οτι θα άρεζε περισσότερο στον Ντέρεκ και αυτό, απο μόνο του, ήταν αρκετό για να της αναπτερώσει το ηθικό.

  Και τότε συνέβη.
Λίγο πριν ο κουρέας τελειώσει με την περιποίηση των μαλλιών της, η Μπεατρίς κοιτώντας τον καθρέφτη είδε την αντανάκλαση του Ντέρεκ έξω απο την βιτρίνα του  μαγαζιού.Ξαφνιάστηκε. Την κυρίευσε μια αίσθηση παιχνιδιάρικου πανικού γιατι δεν ήθελε να την δει ο Ντέρεκ ακόμα, οχι πριν τελειώσει την περιποίηση της!
Έτσι βούλιαξε βαθειά στην καρέκλα της, όσο της επέτρεπε ο κουρέας για να μην μπορέσει να την δεί ο Ντέρεκ, μια παρανοϊκή σκέψη, αν σκεφτεί κανείς οτι ο Ντέρεκ ήταν έξω απο το κουρείο, και η Μπεατρίς πίσω απο την καρέκλα και πίσω απο τον κουρέα. Παρ’όλα αυτά η Μπεατρίς κρύφτηκε. Η έκπληξη της, όμως, είχε συνέχεια:
Δίπλα στον Ντέρεκ στεκόταν τώρα ένα κορίτσι! Ένα κορίτσι τελείως μέτριας ομορφιάς, όπως σκεφτηκε μέσα της η Μπεατρίς, στεκόταν δίπλα στον Ντέρεκ, πιάνοντας τον αγκαζέ και γελώντας!
Η Μπεατρίς άρχισε να ανησυχεί. « Ποιά είναι αυτή;», «Γιατί είναι γαντζωμένη πάνω στον Ντέρεκ;», «Ο ΝΤΕΡΕΚ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΤΗΣ;» ήταν μερικές μόνο απο τις σκέψεις που καταίγιζαν το μυαλό της Μπεατρίς εκείνη την στιγμή.

  Ξαφνικά τα πρόσωπα τους πλησιάσαν το ένα το άλλο. Η Μπεατρίς πανικοβλήθηκε!
Όλα πάγωσαν γύρω της και η Μπεατρίς σκεφτόταν μόνο τον Ντέρεκ και αυτό το κορίτσι.
Και τότε όλοι οι φόβοι της επαληθεύτηκαν: ναι,ο Ντέρεκ την φιλούσε!
Παθιασμένα. Ερωτικά. Ολοκληρωτικά. Όπως δεν είχε φιλήσει ποτέ την Μπεατρίς.
Δεν μπορούσε παρα να παρακολουθήσει ολόκληρη τη σκήνη μέχρι που, γελώντας, το ζευγάρι απομακρύνθηκε απο το κουρείο.

  Όλα χάσαν το νόημα τους. Η Μπεατρίς πλήρωσε μηχανικά τον κουρέα, που την κοίταξε παραξενεμένος, και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της. Χωρίς να πεί λέξη στους γονείς της, έτρεξε και κλειδώθηκε στο δωμάτιο της και ίσα που πρόλαβε να κλειδώσει την πόρτα της, για πρώτη φορά στην ζωης της, πριν τις ξεφύγει το πρώτο δάκρυ.
Όλα είχαν καταστραφεί. Ξαφνικά. Απ’το πουθενά.
Οι σκέψεις που βασάνιζαν την Μπεατρίς ήταν τόσες πολλές και τέτοιες, που μόνο
με δάκρυα μπορούσαν να εξωτερικευθούν. Και έτσι έγινε. Απο την στιγμή που κλείδωσε την πόρτα μέχρι το πρωί, πριν την πάρει τελικά ο ύπνος, η Μπεατρις έκλαψε.
Είχαν όλα αλλάξει.
 
Την επόμενη μέρα, η Μπεατρίς Μπέικερ ξύπνησε στις λίγα λεπτά πριν το μεσημέρι.
Η,αρχικά χαρούμενη,διάθεση της, λόγω της ηλιόλουστης ημέρας και του μεγάλου ύπνου, εξατμίστηκε εντελώς, όταν της επανήρθε στο μυαλό το περιστατικό της προηγούμενης μέρας.
Αναστατώθηκε αμέσως και το χαμόγελο της έσβησε. Δεν ένιωθε όμως πια λυπημένη.
Το αίσθημα της λύπης είχε αντικατασταθεί απο ένα βαθύ αίσθημα θυμού.
Ένιωθε οτι την είχαν κοροϊδέψει! Την είχαν εκμεταλευτεί! Την είχαν κακομεταχειριστεί!
Άραγε, πόσον καιρό γινόταν αυτό πίσω απο την πλάτη της..;
Όλες όμως αυτές οι σκέψεις διακόπηκαν μονομιάς, καθώς μια καινούργια σκέψη βγήκε στην επιφάνεια: Ήταν Σάββατο..!
Η μέρα του ραντεβού της με τον Ντέρεκ!
Μέσα σ’όλη την αναμπουμπούλα είχε ξεχάσει οτι είχαν κανονίσει να βρεθούν με τον Ντέρεκ εκείνη την ημέρα στις 8 το βράδυ!
Ένα κύμα αγωνίας και τρέμουλου κυρίευσε την Μπεατρίς,απο την κορφή ως τα νύχια.
Έπρεπε να κάνει κάτι!Και μάλιστα σήμερα!
Τί όμως; Να πάρει εκδίκηση; Να ζητήσει απο τον Ντέρεκ την αλήθεια; Να συνεχίσει
σαν να μην συνέβη τίποτα;
Όχι κύριε! Η Μπεατρίς Μπέικερ δεν θα καθόταν με σταυρωμένα χέρια! Θα έπαιρνε εκδίκηση!
 
  Η Μπεατρίς έβαλε το μυαλό της να δουλέψει και δεν άργησε να σκεφτεί ένα «σχέδιο».
Ένα σχέδιο απλό,έυκολο και αποτελεσματικό:
Όταν ο Ντέρεκ θα πλησίαζε για να την φιλήσει, αυτή θα τον έφτυνε κατάμουτρα και θα τον έβριζε και θα του έλεγε όλα όσα ήξερε και μετά θα του έλεγε ότι δεν θέλει να τον ξαναδεί ποτέ και οτι αυτός θα έπρεπε να την ξεχάσει!
Δεν ήταν και πολύ περήφανη για το σχέδιο της, αλλά ποιός να την κατηγορήσει;
Περίμενε λοιπόν. Στο μεσημεριανό φαγητό μαζί με όλη την οικογένεια της και όλη την υπόλοιπη μέρα, η Μπεατρίς φερόταν φυσιολογικά, σαν κάθε άλλη μέρα,μέσα της όμως έβραζε!
Περίμενε με μεγάλη ανυπομονησία την στιγμή που θα έπαιρνε την εκδίκησή της!
«Δεν φέρονται έτσι σε μία γυναίκα κύριε μου, ήρθε η ώρα να πάρεις το μάθημα σου!», σκεφτόταν η Μπεατρίς.

  Η ώρα σχεδόν είχε φτάσει. Ήταν 8 παρα πέντε και η Μπεατρίς είχε φορέσει ένα όμορφο ροζ συνολάκι που την έκανε να νιώθει όμορφη, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Η εκδίκηση ήταν κοντά!
Ήταν η ώρα αυτός ο απατεώνας να πάρει το μάθημα του!
Και να σου που το αυτοκίνητο του Ντέρεκ φάνηκε να περνάει τον φράχτη του σπιτιού της!
Η Μπεατρίς μάζεψε τις δυνάμεις τις και σχημάτισε ένα αρκετά πιστευτό χαμόγελο.
Ο Ντέρεκ βγήκε απο το αυτοκίνητο του με ένα όμορφο και ανυποψίαστο χαμόγελο στο πρόσωπο του, ίσως και λίγο λάγνο, δεδομένων των προθέσεων του για το βράδυ
που θα ακολουθούσε. Φορούσε ένα καφέ παντελόνι και ένα μπλέ μπλουζάκι που αναδείκνυε πολύ το δυνατό του σώμα.
- Γειά σου όμορφη, είπε ο Ντέρεκ
- Γειά σου όμορφε, απάντησε εκείνη, αμήχανα
και, χωρίς αυτή να προλάβει να κάνει τίποτα, ο Ντέρεκ όρμηξε και την φίλησε παθιασμένα στο στόμα. Η Μπεατρίς σάστισε! Ξαφνικά όλα ήταν τόσο μπερδεμένα!
- Μού’λειψες μωρό μου.., είπε ο Ντέρεκ
- Κ-κ-κι εμένα!, απάντησε η Μπεατρίς,μη ξέροντας τι άλλο να πεί.
Ο Ντέρεκ κάθησε στο περβάζι δίπλα στην εξώπορτα της Μπεατρίς και την κοίταξε δύσπιστα.
- Μου αρέσει πολύ το μαλλί σου, είπε αυτός.
- Ε-ευχαριστώ Ντέρεκ.., απάντησε ντροπαλά.
- Συμβαίνει κάτι μωρό μου; ρώτησε αυτός με περιέργεια.
- Όχι αγάπη μου
- Μήπως έχεις κάτι;
- Όχι, όχι να, απλά έφαγα κάτι και με πείραξε, απάντησε η Μπεατρίς, όσο πιο πειστικά μπορούσε, προσπαθώντας να χαμογελάσει.
Το χαμόγελο επανήλθε στο πρόσωπο του Ντέρεκ και την φίλησε ακόμα μια φορά.
Όταν σταμάτησε να την φιλάει, ο Ντέρεκ πήρε ένα σοβαρό ύφος, ακούμπησε το χέρι του στο στήθος σαν δείγμα ειλικρίνειας και είπε:
- Μπεατρίς να ξέρεις ότι θα σε αγαπώ για πάντα. Είσαι η γυναίκα της ζωής μου και καμία δεν είναι τόσο όμορφη όσο εσύ. Νομίζω πως σ’αγαπάω!
Η Μπεατρίς δεν απάντησε και απέφευγε να τον κοιτάξει κατάματα.
- Μπεατρίς, εσύ μ’αγαπάς;
- Ν-ναι Ντέρεκ, απάντησε τελικά.

  Το βράδυ που ακολούθησε ήταν απο τα βράδια που η Μπεατρίς Μπέικερ θα θυμόταν για όλη της την ζωή. Εκείνο το βράδυ η Μπεατρίς έχασε την παρθενιά της στο κρεββάτι, που πριν μερικές ώρες έκλαιγε σπαρακτικά,στο κρεββάτι,στο οποίο καθόταν, όταν αποφάσισε να εκδικηθει τον Ντέρεκ.
Ίσως ήταν καλύτερα έτσι.
Ίσως, επίσης, να ήταν καλύτερα να παρέμενε για όλους «το κορίτσι του Ντέρεκ».
Γιατί, αν η Μπεατρίς Μπέικερ δεν ήταν κορίτσι του Ντέρεκ Ντόερτυ, τότε τί ήταν;
Ένα τίποτα.
Και η Μπεατρίς φοβόταν το τίποτα.






Σαν καλοκαιρινό αεράκι


Της άρεσε η μοναχική ζωή ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού λευκό , λευκό και πράσινο σαν την ζωή της. χαλαρή λευκή διάφανη γεμάτη ελπίδα. Της άρεσε το πρωί να τρέχει και να κάνει γυμναστική στη φύση με την πρωινή δροσιά ή βροχούλα λάτρευε το πράσινο λάτρευε τις ζεστές βραδιές στην βεράντα της να μετρά τα αστέρια και να ονειρεύεται . Δούλευε στο αγρόκτημα που είχε στήσει μόνη με τη βοήθεια ενός γεωπόνου. Βιολογικά λαχανικά, μέλι και βότανα . Ώρες ατελείωτες περνούσε φροντίζοντάς τα σαν παιδιά της. Τα χειμωνιάτικα βράδια δίπλα στο αναμμένο τζάκι αγκαλιά με ένα βιβλίο και με την συντροφιά της μουσικής , η παρέα με φίλους και κρασί αμπελοφιλοσοφώντας. Ήταν ό,τι πιο όμορφο του είχε τύχει, την ερωτεύτηκε από την πρώτη φορά που την συνάντησε όταν του ζήτησε τη βοήθεια του να φτιάξει το αγρόκτημα . Απόψε είναι η τελευταία μέρα του στο κτήμα . Η νύχτα έπεσε και έδωσε τη σειρά της σε μια ζεστή βραδιά γεμάτη αστέρια ήχους και μυρωδιές του δάσους. Απόψε όπως θα στέκεται δίπλα της θα της μιλήσει για ότι νοιώθει. Η γλώσσα του σώματος όμως δεν λέει ποτέ ψέματα ...Το πρωί θα φύγει όσο πιο νωρίς γίνεται, πρέπει να προσπαθήσει να ξεχάσει ό,τι τον έκανε να αισθανθεί τις μέρες που έζησε
δίπλα της.






Χωρίς τίτλο


Βράδυ, μόνο το φως της βεράντας να φέγγει. Η κοπέλα κάθεται πάνω στα ξύλινα κάγκελα ενώ το αγόρι όρθιο δίπλα της είναι γυρισμένο προς το μέρος της με το ένα χέρι ακουμπημένο στα κάγκελα για να στηρίζεται και της μιλάει. Η κοπέλα τον ακούει προσεχτικά. Έχει το κεφάλι της στραμμένο προς αυτόν καθώς στηρίζεται στα κάγκελα και έχει λίγο ανασηκωμένους τους ώμους της. Μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά σαν και αυτήν, δε θέλουν να γυρίσουν σπίτι και να κάνουν μία κίνηση ρουτίνας αλλά να περάσουν ώρες μαζί λέγοντας ο ένας στον άλλον ιστορίες για όνειρα. Όπως αυτή με το γέρο που κάθε βράδυ, κάπου σε κάποια ερημική πόλη έβγαινε βόλτα με το κάρο του και επειδή δεν άντεχε τα παιδικά γέλια μάζευε τα όμορφα όνειρα των παιδιών την ώρα που κοιμόντουσαν. Έτσι τα παιδικά γέλια χάθηκαν αφού το βράδυ έβλεπαν εφιάλτες και το πρωί ήταν κουρασμένα και λυπημένα. Υπήρχε όμως ένα παιδί που το βράδυ ήταν ξύπνιο γιατί δούλευε σε ένα εργοστάσιο και ήταν το μόνο που έβλεπε όμορφα όνειρα γιατί όταν έπεφτε να κοιμηθεί το πρωί ο γέρος είχε φύγει από την πόλη. Ένα βράδυ όμως στο εργοστάσιο παρουσιάστηκε κάποια τεχνική βλάβη και όλοι οι εργάτες μαζί με το παιδί έφυγαν πιο νωρίς. Περπατώντας το παιδί λοιπόν προς το σπίτι του είδε το γέρο με το κάρο να μαζεύει τα όνειρα των παιδιών που έμοιαζαν ένα μεγάλο ουράνιο τόξο και από μακριά ακούγονταν αχνά παιδικά γέλια. Το παιδί πλησίασε γεμάτο περιέργεια και τον ρώτησε τι κάνει. Αυτός απορημένος δεν του απάντησε και το ρώτησε γιατί δεν κοιμάται. Το παιδί του εξήγησε και ο γέρος τότε προσπάθησε να το κοιμίσει. Όμως το παιδί επειδή είχε συνηθίσει να μένει ξύπνιο το βράδυ και διότι δεν είχε κανένα φίλο ήθελε να παίξει με το γέρο. Σκαρφάλωσε στο κάρο και το μεταμόρφωσε σε κάστρο, σε καράβι, σε σπίτι, σε κάρο γεμάτο εμπορεύματα, άχυρα και υποδυόταν ρόλους. Μιλούσε, φώναζε, γελούσε, χοροπηδούσε, έτρεχε και αφού τελείωσε τους ρόλους του από τη χαρά του γέλασε τόσο δυνατά που ο γέρος δεν το άντεξε και έγινε σκόνη και σκορπίστηκε στον αέρα. Το παιδί γεμάτο περιέργεια άνοιξε το κάρο κι από μέσα βγήκαν χρώματα, γέλια, εικόνες και σκορπίστηκαν σε όλο τον ουρανό και έκαναν τα αστέρια πιο λαμπερά. Αφού τελείωσε το αγόρι την ιστορία, το κορίτσι κοίταξε τον ουρανό ο οποίος έλαμπε από τα φωτεινά του αστέρια. Τότε η κοπέλα τον κοίταξε και του είπε: "έκανες καλή δουλειά με τα αστέρια" και συνέχισαν να τα βλέπουν μαζί...






Αστρόσκονη

     Εκείνος ο Οκτώβρης δεν έλεγε να τελειώσει. Λες και πάνω από το Δυτικό Μπάνερτον είχε παρκάρει ένας άλλος καιρός, το καλοκαίρι είχε προχωρήσει σε βάρος του φθινόπωρου και είχε τρελάνει γη, αέρα και καρδιές.
     Η νύχτα που ερχόταν επιτέλους νωρίτερα, αντί να φέρνει το καθησυχαστικό αεράκι που πάντα ο γερο-Πατς χαιρόταν, για να καπνίζει την ξύλινη πίπα του έξω από την ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα του, έφερνε μια σιωπή όχι ακριβώς απειλητική, αλλά όλο ερωτήματα και μακρινούς ψιθύρους, μαζί όμως και την ξαφνική μαγεία των άστρων  που άναβαν πάνω από τη μικρή πόλη.
     Δε μπορείς να πεις ότι οι κάτοικοι του Μπάνερτον δε το ευχαριστιόταν, ίσα – ίσα.
Η Χοντρή Μπεθ είχε σηκωμένη την τέντα της καντίνας και πουλούσε την απαλή λεμονάδα της στην πιτσιρικάδα, που τέλειωνε το χαρτζιλίκι της σε παράξενης προέλευσης χοτ-ντογκ. Οι μικρότεροι ακόμα γυρνούσαν από το ποτάμι, με κοντοβράκια και τα καλάμια τους, αρνούμενοι μαζί με τη φύση να συμμορφωθούν και να πιάσουν κανα βιβλίο, και τα ανθισμένα κοριτσάκια είχαν την ευκαιρία να στείλουν αδιάβαστους τους γυμνασιόπαιδες με την τρελαμένη ορμονική τους υπερχείλιση.
     Έτσι και η Νόρα εκείνο παράξενο βράδυ, ασυμμόρφωτη έτσι κι αλλιώς με ο,τιδήποτε, κυρίως με τα 18 χρόνια της Ιλιγγιώδους ενηλικίωσης της, πέρασε απέναντι τον σκονισμένο δρόμο που μισοφωτίζονταν από κάτι λάμπες που πρέπει να είχε βάλει ο ίδιος ο Έντισον, και σαν νωχελική ηθοποιός, μέσα στα αγαπημένα της κίτρινα μπαλλαρινέ παπούτσια που αντί για ρέστα – λέει - της τα είχε δώσει ο Χόρυ, το παιδί του Τζένεραλ Στορ στο βάθος της οδού Γαλήνης (δε θυμάμαι να είχε αγοράσει τίποτα εκείνο το βροχερό απόγεμα η Νόρα…) σχεδόν κόλλησε την αγορίστικη μύτη της στη βιτρίνα του μπιλλιαρδάδικου.
     Σα να φώτισε η τζαμαρία έναν βρώμικο κύκλο γύρω από το μούτρο της, ο Σαμ από μέσα γύρισε με τη μία το κασκετοφορεμένο κεφάλι του προς τα κεί, έκπληκτος, όπως κάθε βράδυ όμως, με το πιο αγαπημένο του θέαμα.

     Ο Σαμ ήταν ο καλύτερος στο μπιλιάρδο στο μικρό Δυτικό Μπάνερτον, και όχι μόνο, όλοι οι ημιεπαγγελματίες παίχτες σε όλη την κομητεία φοβόταν να αντιμετωπίσουν την σιωπηλή θλιμμένη φιγούρα, που μονόφθαλμη και με το κατάμαυρο μακρύ μαλλί μαζεμένο μέσα στο κασκέτο, τους ξεκαθάριζε πριν καν ο γερο-Μπιλ τους ανοίξει τις δεύτερες μπύρες.
                                                                       --
     Πριν 3 χρόνια, όταν ακόμα ο Έλληνας πατέρας του Σαμ τον τραβολογούσε μαζί του στο Ντέχαν Σίτυ στις μυστηριώδης δουλειές του, που δε θα σας φανερώσω εδώ, ο Σαμ τριγυρνώντας μόνος και απένταρος στην Μέην Ρόουντ, πέρασε το κατώφλι ενός πλέυ ρουμ με σκούρη ξύλινη πρόσοψη.
 Ένας Ιρλανδό,ς εργάτης παλιά μαζί με τον πατέρα του Σαμ, τον αναγνώρισε και του κέρασε μια μπύρα, άθλια και ξεθυμασμένη σα την ροζ μούρη του, τον αγκάλιασε με ένα χέρι σα λαιμό καμηλοπάρδαλης, και σα γνήσιος μόνιμα μισομεθυσμένος παπαρολόγος, κόμπασε στην παρέα του ότι ο μικρός Σαμ μπορεί να νικήσει στο μπιλιάρδο οποιονδήποτε καργιόλη μέσα στην τρύπα – πλην όμως διάσημη για τους αγώνες της – του γερο-Μπιλ.
Η ανάσα του σκότωσε 4 – 5 μύγες που πετούσαν κάτω από τη λάμπα που η τσόχα την έκανε να ρίχνει ένα θολό πράσινο φως, και η εξοργιστική για τους μεθυσμένους φωνή του μάζεψε όλους τους βαριεστημένους θαμώνες και τα ρεμάλια που άραζαν στα κασόνια απ’έξω, γύρω από το τραπέζι του μπιλιάρδου, θρυλικό για τους πρωταθλητές που είχαν παίξει εκεί, αλλά και για τις κραυγές από τις δίδυμες Φόλευ που ανάσκελα δοκίμαζαν τη σκληρότητα του με τη βοήθεια του χαζού Λίτλ Τόμας του νέγρου.
     Ο Σαμ, σιωπηλός όπως πάντα, δε μπόρεσε να ξεφύγει από την τανάλια του Ιρλανδού, και όταν αυτός του είπε ότι θα του δώσει τα μισά από τα στοιχήματα του μαγαζιού αν νικούσε, σκέφτηκε ότι τα κέρδη θα ήταν ένα καθησυχαστικό καλόπιασμα για τον πατέρα του, που μάλλον πάλι σκυθρωπός και σκυλομούρης θα τον έψανχε για να γυρίσουν σιωπηλοί στο Μπάνερτον.
     Ένας Ιταλός με άπλυτα μαλλιά και μύτη σπασμένη από κάποιον παλιό καυγά, παλιός αντίζηλος του Ιρλανδού – ίσως δαρμένος απ’αυτόν – αλλά και πρωταθλητής του μαγαζιού, πετάχτηκε με χαμόγελο τύπου νεκροθάφτη και πριν προλάβει κανείς να χλευάσει τον πιτσιρικά Σαμ, πήρε το στοίχημα.
Ο Ιρλανδός, με γέλιο μέχρι τη βάση του ανύπαρκτου λαιμού του, μάζεψε τα στοιχήματα που φούσκωσαν τις τσέπες του τεράστιου πουκάμισου, και έδωσε την δικιά του στέκα στον Σαμ.
Ο Ιταλός έσπασε άσχημα τις μπίλιες, και ο Σαμ τον νίκησε μέσα σε ένα τσιγάρο χρόνο, με δύο μόνο στεκιές.
     Η κραυγώδης χαρά των άλλων και το τρομερό γέλιο του Ιρλανδού, έκαναν τον Ιταλό να φρικάρει άσχημα. Αποκάλεσε τον Σαμ βρωμιάρη και μπάσταρδο γιό άγνωστης καλόγριας. Και πριν προλάβει ο γερο-Μπιλ να τον συμμαζέψει, ο Ιρλανδός κατέβασε του Ιταλού μια στέκα στο κεφάλι, με ένα χτύπημα που τον άφησε με ένα αυτί, και κουφό για την υπόλοιπη ζωή που έζησε υπηρέτης σε πορνείο για Κινέζους εργάτες στο λιμάνι του Λότσεστερ.
Όμως, το κακό είχε γίνει, ο Ιταλός είχε πάρει την eightball και την είχε πετάξει με μανία ξεπεσμένης μάγισσας στον Σαμ. Τον βρήκε στο αριστερό μάτι και του το κατέστρεψε.
     Ο Σαμ την είχε κρατήσει την eightball.
                                                                       --
      Ένα απόγεμα της επόμενης άνοιξης που ήρθε δροσερή και χαλαρή στο φτωχό Δυτικό Μπάνερτον, η Νόρα τον πήρε στην αυλή με τις φτελιές πίσω από το μικρό ασπροπράσινο ξύλινο σπίτι της όπου έμενε με την γιαγιά Τζο, παλιά δόξα του σανιδιού σε όλη την κομητεία, όπως κάθε απόγεμα από τότε που τέλειωσαν το δημοτικό, και τον πρωτοφίλησε, πίσω από τη μεγάλη ευκάλυπτο απ’όπου κρέμονταν η κούνια ρόδα του τρακτέρ όπου ρεμβάζαν και μυξογελούσαν μαζί όταν ήταν μικρά.
     Την έπεισε να μη ξανακρύψει το χαλασμένο μάτι του πίσω από τα μακρυά μαύρα μαλλιά του.
      Ο Σαμ, της χάρισε την eightball.
     Από τότε δεν έκοψε τα μαλλιά του και τα μάζευε μέσα στην τραγιάσκα, που δεν έβγαζε ποτέ, παρά μόνο όταν του την άρπαζε η Νόρα μ’εκείνη την κίνηση που είχε μάθει στο χοροδιδασκαλείο. Ήταν και η μόνες φορές που ο Σαμ γελούσε.
                                                                    --
     Η Νόρα, κολλώντας το ρουκετώδες μπούστο στης στη τζαμαρία, έστειλε εκείνο το θλιμμένο χαμόγελο που δε της έφευγε ποτέ στον Σαμ, που ακόμα μισογυρισμένος την κοίταζε με μάτια που κι ο Ντίκενς ακόμα δε θα μπορούσε ποτέ να καταγράψει τη θλίψη τους. Ούτε κι Στάινμπεκ την αγάπη.
     Αμέσως ο Γκρεγκ, ο ξανθός γιός του Ζοζέφ του δάσκαλου χορού, που είχε ανοίξει το Μπωλλ Ρουμ δίπλα στο Τζένεραλ Στορ, με ωραία επιτυχία όλο αυτό το μακρόσυρτο και ατέλειωτο καλοκαίρι ανάμεσα στις κυριαρχούσες κακογαμημένες σαραντάρες του Μπάνερτον, στράφηκε με το υπεροπτικό τύπου Δανδή  στυλ του, και αφήνοντας τη στέκα στην τσόχα, ρίχνοντας και μια ματιά όλο περιφρονητικό και μειωτικό δηλητήριο στον Σαμ, κούνησε τον καρπό σε ένα χαιρετισμό «γειά κορόιδα» και βγήκε στον κακοφωτισμένο αλλά πάντα μυρωδάτο δρόμο.
     Η Νόρα τραβήχτηκε από το αγκάλιασμα του, και ξανατράβηξε για απέναντι στο μικρό ασπροπράσινο ξύλινο σπίτι της, τον άφησε να την ακολουθήσει μέχρι την μικρή ωραία βεράντα, που ο Σαμ έβαφε κάθε μήνα, για να είναι πιο φωτεινή η έξοδος της Νόρα από το σπίτι, τα πρωινά που η Νόρα άνθιζε.
     Στο περβάζι του μισάνοιχτου παράθυρου, άχνιζε η μηλόπιττα που είχε φτιάξει μόλις η γιαγιά Τζο και την έβγαλε στο αεράκι που δεν έλεγε να έρθει, να κρυώσει και να σφίξει, και να την ευχαριστηθεί η Νόρα, που όμως την είχε και πάλι παραγγείλει επειδή ήξερε ότι άρεσε στον Σαμ.
     Ο Γκρεγκ πήγε χαμογελαστά προς την μηλόπιττα, με σκοπό να βουτήξει το δάχτυλο, η Νόρα όμως τον πρόλαβε και του τράβηξε το χέρι. Τέλεια ευκαιρία γι’αυτόν να το τυλίξει στη μέση της και να την λυγίσει στην αγκαλιά του, και να γύρει πάνω της, κάτω από την λάμπα της εξώπορτας.
     Η σκιά του Σαμ, που περνούσε πίσω δεξιά από τη μικρή σκαλίτσα, ίσα που ακούμπησε τις αρτεμίσιες γάμπες της Νόρα που αφηνόταν στην αγκαλιά του ξέμπρατσου Γκρεγκ. Ο Σαμ πρόλαβε να δει τα καρβουνικά μάτια της να τον παρακολουθούν με κείνο το μυστήρια θλιμμένο βλέμμα, και τα χείλη της να μισανοίγουν, λίγες στιγμές πριν πάρει τον Γκρεγκ μέσα.
                                                                   --
     Η κούνια με την παλιά ρόδα που κρέμονταν από την γέρικη φιλόξενη ευκάλυπτο, ήταν εκεί. Γι άλλη μια φορά, άλλο ένα βράδυ εκείνου του ξεχωριστά βασανιστικού καλοκαιριού που δεν έλεγε να τελειώσει, ο Σαμ φώλιασε στην κούνια, και έγειρε πίσω.
Ξεχώρισε πίσω από τον από τον τοίχο, τον ήχο από τον μικρό βελούδινο πράσινο καναπέ της Νόρα να σιγοτρίζει. Την πόρτα της γιαγιάς Τζο να κλείνει επιδεικτικά στο δωμάτιο της επάνω.
Πίσω, στις φτελιές, δυό αγόρια και δυό κορίτσια της γειτονιάς, μισογελούσαν και αγκαλιάζονταν πάνω στο πηχτό ξερό γρασίδι και το πρωτοέβρεχαν με τα ζουμιά τους, θυσία για το αεράκι που δεν έλεγε να έρθει.
     Ο Σαμ γερμένος πίσω, άπλωσε το βλέμμα στα άστρα που άστραφταν πιά στον ξεχωριστό ουρανό της πίσω αυλής της Νόρα.
     Έκαιγαν μέσα στο μικρό ασπροπράσινο σπίτι

     Η αστρόσκονη λαμπύριζε έξω.





Χωρίς τίτλο

«-…Άντε καληνύχτα.
-Κάτσε κάτσε λίγο.
-Είναι οι δικοί σου μέσα..
-Έλα, λιγάκι μόνο.
-…ΟΚ, για λίγο μόνο..»
- Και έμεινες;
-Έπρεπε να την έβλεπες.
-Ξέρω πως είναι.
-…
-Τι είπε?
-Να πάμε την Κυριακή για ταινία.
-Α, για ταινία..
-Ναι, μια.. κωμωδία νομίζω.
-Ναι ναι.. ξέρω..
-Ξέρεις..
-Μμμ.. Τι φορούσε;
-Ε.. Ήταν απ τη θάλασσα.
-Και τι φορούσε;
-Ξέρεις τι φοράει στη θάλασσα..
-Ξέρω. Είπα μήπως..
-Όχι..
-Μμμ.. Και..;
-Ξάπλωσε προς τα πίσω και φούσκωνε το στήθος της.
-Χα!
-Ναι.. Έπρεπε να την έβλεπες.
-Ξέρω..
-Ναι ναι.. ξέρεις.. Ούτε καν με κοιτούσε.
-Τι;
-Ούτε καν με κοιτούσε.
-…
-Δεν.. ξέρεις;
-..Με μένα.. ήταν αλλιώς.





Ο χωρισμός

Η Τζέσικα κοίταξε κάτω...
-Ώστε αυτό ήταν; Ρώτησε τον Μάθιου.
-Νομίζω πως ναι. Δεν μπορέι να γίνει κι αλλιώς.
Ένα καυτό δάκρυ μετάνοιας κύλησε στο μάγουλο της Τζέσικα.
Δεν τον ένοιαζε.
-Αντίο λοιπόν... Γύρισε κι έφυγε.
Εκείνη ξέσπασε σε κλάματα.
-Μάθιου!!!!!!!! Ούρλιαξε ξεσηκώνοντας τα σκυλιά της γειτονιάς.
Η νύχτα όμως έπνιξε τα παρακάλια της Τζέσικα.
            ---        ---        ---        ---        ---        ---        ---
Άναψε ένα τσιγάρο κι έβαλε στο πικ-απ τον αγαπημένο τους δίσκο.
Θα τον άκουγε για τελευταία φορά.
Δεν ήθελε να την θυμάται.
«Πουτάνα!!!», ξεστόμισε και όρμιξε στο πικ-απ ρίχνοντάς το κάτω.
Μόνος πια σε ένα άδειο δωμάτιο γεμάτο καπνό.
Καθόταν στην πολυθρόνα που καθόταν όταν την είχε γνωρίσει σε ‘κείνο το πάρτυ.
Τα σκυλιά της γειτονιάς συνέχιζαν το τραγούδι τους.







Πάλι μια από δαύτες

« Ο  Έντουαρντ τελείωσε το τελευταίο σετ ραχιαίων και πήγε στα αποδυτήρια. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο αμίλητος. Μόλις βγήκε από το γυμναστήριο είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. Συνάντησε τον Νικολάι έξω ακριβώς από την πόρτα του γυμναστηρίου, ο οποίος αντέδρασε λες και είχαν δώσει ραντεβού.
-“Πού σαι ρε Εντ; Στον αγώνα του Σαββάτου θα έρθεις;” ρώτησε ο Νικολάι
-“Ναι. Αύριο τέτοια ώρα έλα στην γραμματεία του γυμναστηρίου για να πάμε για εισιτήρια”.
-Οκ Εντ. Τα λέμε
"Τι παράξενος τύπος;  Αλλά έχε χάρη που το σπίτι του έχει κάθε λογής επιστημονική εγκυκλοπαίδεια και μπορώ να πηγαίνω όποτε γουστάρω. Αρκεί να βγαίνω μαζί του μία φορά τον μήνα και να τον χαιρετάω στον δρόμο για να με θεωρεί φίλο του", σκέφτηκε ο Εντουαρντ.
 Ο Νικολάι ήταν Ρώσος μεταπτυχιακός φοιτητής με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Χόυτμπι. Είχε μεγαλώσει στην επαρχία και το πανεπιστήμιο για αυτόν ανεξαρτήτου είδους αποτελούσε όνειρο ζωής. Αργότερα θα έδινε εξετάσεις για την Αμερική. Αν τον έβλεπες στον δρόμο θα τον περνούσες για φυτό αλλά αυτός ήταν αρκετά μέσα σε όλα. Σε γυναίκες όχι, επειδή ήταν άσχημος με γυαλιά και μια περίεργη υπόνοια φαλάκρας στο πίσω μέρος του κεφαλιού ωστόσο σε όλα τα υπόλοιπα ήταν πρώτος.
Ο Έντουαρντ συνέχιζε την συνήθη διαδρομή για το σπίτι του καθώς χαιρετούσε, ή μάλλον τον χαιρετούσαν, θηλυκές παρουσίες.
-Γειαααα σου Εεεεντ, τον χαιρέτησε η Έρικα σέρνοντας ναζιάρικα την φωνή της. Προσπάθησε να περάσει το χέρι της στην μέση του αλλά ο Έντουαρντ την απέφυγε επιδέξια βγάζοντας το χέρι από την τσέπη και φιλώντας την στο μάγουλο πριν εκείνη προλάβει να κάνει το ίδιο.
-Πότε μπορείς να βγούμε για κανένα ποτό, συνέχισε.
-Τι να σου πω βρε Έρικα. Έχω εργασίες αυτόν τον καιρό και σε λίγους μήνες παραδίδω και την πτυχιακή μου και έχω τρεχάματα. Θα σε πάρω όταν μπορέσω. Και για σένα το ξέρεις ότι θα μπορέσω.
-Αμάν βρε πολυάσχολο αγόρι. Εντάξει, θα περιμένω. Έως τότε πολλά φιλιά, και σε πολλά μέρη του σώματος...
"Η Έρικα", σκέφτηκε ο Έντουαρντ. "όμοια με την κολλητή της την Τόνια. Σε όλα! Ακόμα και στο σεξ. Έχουν το νάζι της Σίντυ και είναι τσαμπουκαλούδες όσο η Κρίστυ. Πολύ ζουμερές αναλογίες που τις αναδεικνύουν τέλεια με τα ρούχα τους. Μαλλιά ίδιο σχήμα και άλλο χρώμα. Τέλεια συνδυασμένο με το άρωμα που φορούν και οι δύο. Και καταντούν αποκρουστικές με το χρώμα που βάφουν τα νύχια τους. Πόσο να σε συγκινήσουν κοπέλες σαν αυτές. Και παρ' όλα αυτά, κάποια παιδαρέλια, σαν τον Νικολάι τρέχουν από πίσω τους. Αχ και να ξέρατε πόσο κολτσίδα σας γίνονται μετά...".
 Μπήκε στο σπίτι και έριξε ένα γρήγορο βλέμμα προς την τεράστια βιβλιοθήκη του. "Θα χρειαστώ πολύ σύντομα μια ακόμα τέτοια", σκέφτηκε αδιάφορα καθώς πήγαινε μέσα στο δωμάτιό του. Άφησε την τσάντα στο γραφείο και έβγαλε τα παπούτσια στο μπαλκόνι. Έβγαλε το παλτό του και το άφησε πάνω στο κρεβάτι. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο πήγε στην κουζίνα και συμμάζεψε. Έπλυνε την κατσαρόλα και άνοιξε το παραθυράκι της κουζίνας να αεριστεί. Είχε φτιάξει κυδωνάτο το μεσημέρι, συνταγή της γιαγιάς του από την Αγγλία. Βγαίνοντας από την κουζίνα πήγε, λες και περπατούσε τελείως αυτοματοποιημένα, να πιάσει έναν δίσκο από την συλλογή που είχε στην δισκοθήκη του δωματίου απέναντι από την ντουλάπα. Έπιασε το Demons And Wizards.
 Πριν προλάβει να περάσει η εισαγωγή του the wizard χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Όλια και την απέφυγε όπως όπως. "Δεν είναι η μέρα σου σήμερα εσένα", σκέφτηκε. "Να το πάλι μπροστά μου", έκανε σαν να ξαφνιάστηκε. "Ο άνθρωπος είναι τόσο πρόστυχος που όλα τα συνηθίζει", θυμήθηκε "ακόμα και τον έρωτα" συμπλήρωσε κάνοντας έναν επιτιμητικό μορφασμό προς τον καθρέφτη της ντουλάπας του. Ήταν απόσπασμα από το αγαπημένο του βιβλίο. Ή μάλλον καλύτερα από αυτό που διαλαλούσε ότι ήταν το αγαπημένο του. Στην πραγματικότητα δεν είχε αγαπημένο βιβλίο. Ποτέ δεν είχε νιώσει βιβλίο στην ζωή του. Πάντα είχε μια σχέση με τα βιβλία εμπορική. Τα ξεψάχνιζε μανιωδώς, γι' αυτό άλλωστε είχε διαβάσει φιλοσοφικά, μουσικά, ποιητικά, λογοτεχνικά, ψάχνοντας με βουλιμικό τρόπο να βρει αποφθέγματα, φράσεις ή παραβολές που θα τον εξυπηρετούσαν στο μέλλον με οποιοδήποτε τρόπο. Με οποιονδήποτε άξεστο τρόπο.
Και το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Το έβλεπε αλλά καθυστερούσε επίτηδες να το σηκώσει. Το άφησε να χτυπήσει 5-6 φορές.
-παρακαλώ, είπε σχεδόν λαχανιασμένα.
-Χαιρετώ Εντ. Τζάκι εδώ. Θα έρθεις σήμερα στο Κρυστάλλιτυ έτσι;
-Πες μου έναν καλό λόγο για να έρθω. Έναν καλό λόγο για να χάσω τον χρόνο μου.
-Στέισυ. Φίλη της Τζηλ που ακόμα δεν είναι γραμμένη στον τηλεφωνικό σου κατάλογο.
-Οκ αν ξεμπερδέψω θα έρθω.
-Μην αργήσεις γιατί αυτή μπορεί να φύγει νωρίς.
-Πρέπει να κλείσω. Τα λέμε. και έκλεισε το τηλέφωνο βίαια.
Κάθισε να ολοκληρώσει την εργασία του. Πήρε μια από τις κλασσικές κολλητές του μπλούζες που αναδεικνύουν τέλεια το σώμα του, έβαλε το σχεδόν trois quarte παντελόνι του και πήρε τον δρόμο για την 5η οδό.
 Μόλις έφτασε στο Κριστάλλιτυ έκανε νεύμα στον μπράβο της εισόδου και εκείνος του άνοιξε να μπει. Μπήκε και αμέσως πολλά βλέμματα καρφώθηκαν πάνω του αλλά εκείνος βρήκε απευθείας την παρέα που τον ενδιέφερε και χωρίς να κοιτάξει πουθενά συγκεκριμένα κατευθύνθηκε προς τα εκεί, με περίσσεια αυτοπεποίθηση όπως πάντα.
 Χαιρέτησε με την μία τον Τζάκυ και εκείνος τον έβαλε κατευθείαν στο ψαχνό.
-Εντ από εδώ η Στέισυ, είναι φίλη της Τζηλ και σπουδάζει νηπιαγωγών.
-Χάρηκα πολύ, είπε ο Εντ.
-Επίσης. Εσύ τί σπουδάζεις;
-Είμαι στο μαθηματικό στην πτυχιακή.
-Τα συχαίνομαι τα μαθηματικά.
-Χε χε. Μήπως είναι καιρός να σε κάνω να τα συμπαθήσεις λοιπόν;;;
-Μμμμ...Δοκίμασε αν και στοιχιματίζω πως θα αποτύχεις.
-Αυτό θα το δούμε, και γύρισε με μιας την πλάτη του στην Στέισυ και παρήγγειλε ένα Γκλενφιντιχ με πάγο.
Η νύχτα συνεχίστηκε με πολύ ποτό για όλους αν και για τον Εντουαρντ δεν σήμαινε τίποτα γιατί μεθούσε πολύ δύσκολα.
Αυτό όμως έκανε ευκολότερο το έργο του με την Στέισυ.
-Προσπαθείς να με μεθύσεις; ρώτησε η Στέισυ σε κάποια στιγμή καθώς δάγκωνε τα χείλια της
-Θα μπορούσα αλλά δεν νομίζω να χρειάζεται να το κάνω.
-Πολλή μεγάλη ιδέα δεν έχεις για τον εαυτό σου;;;
-Ίσως...Αλλά δεν νομίζεις πως μπορείς να μου μάθεις να μην έχω...;
-Δεν νομίζω να αξίζει τον κόπο να προσπαθήσω.
-Θα ορκιζόμουν ότι κάνεις λάθος. Μαθαίνω γρήγορα, και αποδέχομαι τις τιμωρίες που μου βάζουν οι καθηγητές μου.
Καθώς τα έλεγε αυτά ο Εντουαρντ μια αύρα τον περικύκλωσε, της Στέισυ, και κατάλαβε πως έπρεπε να πηγαίνει. Το πράγμα είχε αρχίσει να παίρνει τον δρόμο του.
"Οικονομία χρημάτων αλλά όχι χρόνου...Πολύ καλές προδιαγραφές η κυρία...Μακράν από τις πιο δραστήριες και γεμάτες βραδιές...Αργά ή γρήγορα
θα καταντήσει και αυτή βέβαια, πρόστυχα, μια συνήθεια."
Κατά τις 2 η Στέισυ αποφάσισε πως είχε πολύ ζέστη μέσα στο μπαρ και βγήκαν έξω μαζί με τον Εντ.
-Μήπως είναι καλύτερα να πηγαίνουμε; ρώτησε εκείνη.
-Περίμενε. Ο Εντ γύρισε μέσα στο μπαρ πλήρωσε και ξαναβγήκε. Φύγαμε.
-Αυτό προς το παρόν δεν το σχολιάζω Εντ.
-Είναι ένα δώρο για τον καθηγητή μου. Ήδη έχω αρχίσει να μαθαίνω. Και δεν θα είναι το μοναδικό.
Συνέχισαν για λίγο τον δρόμο τους ενώ ο Εντ άφησε την Στέισυ να μιλάει ασταμάτητα. Όπως άλλωστε είχε κάνει και στο υπόλοιπο της βραδιάς επεμβαίνοντας μόνο σε καίρια σημεία.
-Καλά πώς κάνεις τούτη την διαδρομή κάθε βράδυ;
-Με τα πόδια.
-Με τα πόδια...Και δεν φοβάσαι;
-Μα ποτέ δεν πάω μόνη μου στο σπίτι. έχω παρέα.
-Σαν τώρα...
-Όχι ακριβώς όπως τώρα.
-Εμ ναι, το πιστεύω. Τώρα είναι καλύτερα.
-Χα χα, γέλασε αυθόρμητα. Συνεχίζεις να μην παίρνεις από λόγια εσύ.
-Μα ακόμα είμαστε στα θεωρητικά. Υπάρχει και η επιλογή της τιμωρίας αν ξεχνάς.
"Θέλει τόσο πολύ να μου ορμήξει τώρα αλλά δεν θέλει πριν με βάλει στο σπίτι της", σκέφτηκε καθώς του έριξε ένα πρόστυχο βλέμμα.
-Εδώ είμαστε.
-Ώστε εδώ μένεις λοιπόν. Πολύ ωραίο το εξωτερικό περιβάλλον του σπιτιού. Θα μου άρεζε πολύ να αράζω εδώ πέρα...Να όπως τώρα, και κάθισε πάνω στο περβάζι της εισόδου.
-Ναι ωραίο είναι, και έγειρε στο περβάζι δίπλα του χωρίς να τον βλέπει αλλά κοιτάζοντας προς τον απέναντι τοίχο.
-Ήμουν στο τσακ να μην έρθω στο μπαρ αλλά τελικά ήρθα.
-Με αυτά που λες νομίζεις ότι καταφέρνεις κάτι...;
-Θα μπορούσα να μην τα λέω και να καταφέρω τα ίδια. Αλλά ξέρεις να...Είμαι και πολυλογάς...
-Ω αυτό θα το κρίνω εγώ... Ως δασκάλα σου... Θα περιμένεις όμως μέχρι αύριο.
-Θα ήθελα πολύ να δω πού μένει η δασκάλα μου.
-Μμμμμ...Μπορώ να κάνω κάτι για αυτό....
Γύρισε την πλάτη στον Εντ και άνοιξε την πόρτα. Μπήκε πρώτα αυτή και μετά γύρισε προς τα έξω κρατώντας την πόρτα με τα δύο της χέρια και γέρνοντας
προς το ανοιχτό μέρος της πόρτας, στηριζόμενη πάνω της έκανε ένα νόημα να περάσει μέσα ο Εντ.
Η νύχτα συνεχίστηκε και με άλλο αλκοόλ. "Από στιγμή σε στιγμή θα μου ορμήξει. Αρκεί να την κοιτάξω επίμονα στα μάτια για 5 δεύτερα". Όλα έγιναν όπως τα είχε κανονίσει.
Γδύθηκαν εν όσω πήγαιναν προς το υπνοδωμάτιο και ο Εντ την δάγκωνε στο λαιμό.
Το επόμενο πρωί η Στέισυ βρήκε ένα σημείωμα στο τραπέζι του σαλονιού: "Σηκώθηκα πρωί. Ελπίζω να μην σε ξύπνησα. Έπρεπε να φύγω νωρίς γιατί έχω παρουσίαση της εργασίας μου σήμερα. Παρατήρησα κάτι δίσκους του Ian Dury στην αποθήκη σου ξεχασμένους, πολύ κρίμα που τους έχεις παραπεταμένους, και πως λείπουν κάποια πολύ βασικά βιβλία της Αλιέντε από την συλλογή σου. Έχω σχόλιο για αυτά αλλά καλύτερα από κοντά.
Υ.Γ. Καλή το Eau Fraiche και μάλιστα σε συνδυασμό με την εμφάνισή σου, προσδίδει την αίσθηση μιας μοιραίας γυναίκας. Αλλά το μοιραίο πολλές φορές κουράζει και είναι για παροδικά πάθη. Δοκίμασε την Τόσκα για να σου δώσει μια ασυνήθιστη και ερωτεύσιμη τσαχπινιά.
Σε φιλώ Εντ."

Από τότε μπήκε μέσα στον τηλεφωνικό του κατάλογο για τα καλά, και την συνήθισε γρηγορότερα από από όσο περίμενε.»

Ως εδώ....Ορίστε μας....Ο κύριος τέλειος. Ξέρει από μουσική πολλά, από βιβλία πάμπολα...Από αρώματα, από γυναίκες ξέρει πώς να τις φερθεί. Να τις κάνει να νιώσουν βασίλισσες. Είναι μέσα σε όλα. Αδυσώπητος ερωτήλος. Και όσο αυτοί κάνουν την ζωή τους εμείς χαλάμε την δική μας γράφοντας ώρες ολόκληρες για δαύτους. Είναι όμως φοβερό πως οτιδήποτε πάει σε σύγκριση με τον τύπο. Θα μπορούσα να κάνω πράγματα που δεν με ευχαριστούν μόνο και μόνο για να καταφέρω να γίνω σαν αυτόν, που στην πραγματικότητα δεν το θέλω. Δεν έχει σημασία αν κάτι είναι καλό ή κακό. Σημασία έχει να το κάνει αυτός ο τυπάς. Ωστόσο να κάτι παρηγορητικό. Είναι τετριμμένος. Προφανώς θα πήγαινε με μια κουκλάρα. Προφανώς θα τον ερωτευόταν και εκείνος θα την έφτυνε πάντα με τρόπο ώστε αυτή να συνεχίσει να τον θέλει.
Τίποτε δεν πήγε στραβά. Προφανώς και είναι κούκλος. Σε εμάς κυριαρχεί ωστόσο μια σπανιότητα. Άσχημη, παράξενη, ατσούμπαλη όπως κάθε σπανιότητα αλλά δεν παύει να είναι σπανιότητα. Ας πούμε αυτός όλο σκεφτόταν. Εγώ μιλάω με τον εαυτό μου. Ωραία κομπλεξική έγραψα ιστορία πάλι. Πάλι μία από δαύτες. Ωστόσο αυτό πουλάει. Όσο πιο κομπλεξικός ο συγγραφέας τόσο πιο πολύ πουλάει. Τα κόμπλεξ είναι πολύ ανθρώπινα βέβαια. Ας ελπίσουμε να βγάλουμε κανένα φράγκο από αυτήν την υπόθεση, τουλάχιστον....





Χωρίς τίτλο

Την πλησίασε εκείνο το βράδυ, όταν αυτή βγήκε για να κάτσει έξω στο μπαλκόνι .Ήταν μία ζεστή νύχτα και αυτή φορούσε πάνω της ένα ροζ ύφασμα που κάλυπτε διακριτικά το στήθος της και μία ροζ φούστα από την οποία μπορούσες να διακρίνεις τις καμπύλες που σχημάτιζαν οι γοφοί της και είχε υπέροχα ξανθά μαλλιά ,αφημένα να πέφτουν πάνω στους ώμους της .Τον κοίταξε σαν να περιμένει κάτι από αυτόν και χαμήλωσε το βλέμμα της. Εκείνος κάθισε δίπλα της αλλά απόφευγε να την κοιτάξει στα μάτια διότι του ερχόταν στο μυαλό ,πόσο διαφορετικοί ήταν μεταξύ τους το προηγούμενο βράδυ και ένωθε αμήχανα όμορφα, τότε εκείνη του ειίπε: "Διαβάζω την σκέψη σου.."




Ο παρατηρητής

 Δύο ανθρώπινες πυκνώσεις υπεραναλώνονται στις γήινες συμβάσεις και συμπλέκονται στα καθημερινά ανούσια ξοδέματα. Δεν με νοιάζει τι λένε, ούτε ο θηρευτής ούτε το θήραμα, με νοιάζει όμως ο φωτογράφος-ζωγράφος που με καθιστά παρατηρητή-στοχαστή. Με νοιάζει που μου άνοιξε το παράθυρο με θέα τις μοναχικές στιγμές, τα σημεία που είμαστε σίγουροι οτι δέν υπάρχει άλλος. Σ'αυτόν τον πίνακα είδα με τα μάτια του ματάκια το τελευταίο καρέ πριν κρυφτεί στα σκοτάδια. Ήμουν η τρίτη ζωγραφική φιγούρα, ο παρατηρητής.





 Ακίνδυνος Λαδουβάκης, ζωηγράφος.

 Γύρισε σπίτι σχεδόν τρέχοντας, χωρίς την καθιερωμένη παράκαμψη μέσα απ τα παλιατζίδικα. Πέρασε στα γρήγορα το μαγαζί με τα γραμμόφωνα και έριξε μια ματιά στο κομμωτήριο απ το απέναντι πεζοδρόμιο. Δεν είχε πελάτισσα και καθότανε σταυροπόδι καπνίζοντας. Ωραία πόδια. Εντελώς καλλίγραμμα. Γόνατα, γάμπες, αστράγαλοι αλλά και το στήσιμο. Τον είδε; Δεν έκοψε ταχύτητα, έστριψε στην γωνία, απέφυγε τις χοντρές που κακαρίζανε έξω απ τα είδη προικός και αδιαφορώντας για τους διάφορους ενδιαφερόμενους να τον χαιρετήσουν, άνοιξε την πόρτα της οικοδομής με μια καλοζυγισμένη κλωτσιά (σιγανή δεν ανοίγει, δυνατή δεν ξανακλείνει), την πόρτα του σπιτιού με κλειδί και άνοιξε αμέσως το λάπτοπ. Καφές, τσιγάρο και χτύπησε στο google το όνομα: Λαδουβάκης Ακίνδυνος. Μέγας ζωγράφος, πολλά μοναδικά έργα, πρωτοπόρος και γυναικάς, μπον βιβέρ, περιζήτητος συνδαιτημόνας και χίλια δυό καλά λόγια. Πουθενά δεν έλεγε μαλάκας, κομπλεξικός, ξερόλας, στραβοπόδης, άπλυτος. Έλεγε ότι εγκαινίασε τις προάλλες έκθεση ζωγραφικής υψηλότατου επιπέδου, δεν έλεγε ότι τις προάλλες τον έπαιξε τέσσερεις συνεχόμενες φορές. Ακόμη ανέφερε ότι τον κάλεσε το CNN γιά συνέντευξη αλλά δεν ανέφερε ότι έκανε τρεις βδομάδες να αλλάξει σώβρακο.
Σηκώθηκε απ το λάπτοπ. Τεντώθηκε ξύθηκε άνοιξε την τηλεόραση και άνοιξε το παράθυρο. Η κίνηση ασταμάτητη. Μια παρέα πιτσιρικάδες: είσαι πολύ μαλάκας ρε μαλάκα. άντε γαμήσου ρε ηλίθιε. χαχαχα μουνάκι. αχμ αχμ εεε σκατά ρε μαλάκες. και πάει λέγοντας. Αυτή την συζήτηση την είχε κάνει πολλές φορές με τους φίλους του. Ένας ταξιτζής σταμάτησε ξαφνικά στην μέση για να φορτώσει. Κορναρίσματα μπινελίκια. Έκλεισε το παράθυρο και έκατσε πάλι στο λαπτόπι. Ακίνδυνος Λαδουβάκης. Ζωγράφισε τραγούδια. Αγαπημένα τραγούδια έγιναν πίνακες. Στίχοι έγιναν φόρμες, μελωδίες χρώματα,ρυθμοί έγιναν φόντα, ενορχηστρώσεις, παραλλαγές, ερμηνείες, χαρακτήρες. Υπέροχοι πίνακες. Ζωγράφισε ένα κλασσικό ρεμπέτικο και όταν είδε τον πίνακα ένας ινδός καλλιτέχνης που δεν είχε ακούσει ποτέ ελληνική μουσική, τραγούδησε το κομμάτι και μάλιστα χόρεψε κιόλας.





Summer evening


Ο Πωλ είναι ένα τυπικό αμερικανάκι. Καστανόξανθος, ψηλός, γεροδεμένος, ελάχιστα έξυπνος και κάπως κακομαθημένος. Εκτός από όλα αυτά, ο Πωλ είναι και ο ωραίος του σχολείου. Είναι απ' αυτούς που φορούν τα λίγο ανοιχτά πουκάμισα, συχνάζουν στα μπαράκια, καπνίζουν λιγάκι, έχουν όμορφα μαλλιά και πάνω απ’ όλα αυτοκίνητο. Όλα αυτά βέβαια η Τζέσυ τα ήξερε και, όσο κι αν ήθελε να δείχνει αδιάφορη, ήταν πολύ τσιμπημένη μαζί του. Στο σχολείο τον έβλεπε στους διαδρόμους συχνά, αλλά ποτέ δεν έτυχε να μιλήσουν μέχρι την προηγούμενη βδομάδα. Αυτός ούτε που ήξερε πως υπήρχε κι αυτή κοκκίνιζε και μόνο που τον έβλεπε. Την τελευταία βδομάδα έτυχε να γνωριστούν με τρόπο που δεν έχει σχέση με την αποψινή κατάσταση. Το σημαντικό είναι πως ο Πωλ της ζήτησε να βγουν κι αυτή είπε αμέσως «ναι».
 Στις έξι λοιπόν, ο Πωλ περίμενε την Τζέσυ έξω από το σπίτι της με το αμάξι του (των γονιών του δηλαδή). Η Τζέσυ απ’ την άλλη είχε ετοιμαστεί από νωρίς και από τις 5.30 περίπου κρυφοκοιτούσε από το παράθυρο, περιμένοντας να εμφανιστεί η κόκκινη σεβρολέ.
 Αντίθετα με τις προβλέψεις της, η αμηχανία ήταν ελάχιστη και μάλιστα όσο βλέπανε την ταινία στο drive in, αυτός έβαλε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της. Η βραδιά μέχρι τώρα κυλούσε πολύ όμορφα, χωρίς αυτό να μειώνει το άγχος και την υπερένταση της Τζέσυ. Μετά την ταινία έφυγαν για μια σύντομη βόλτα – επίδειξη ταχύτητας της σεβρολέ και τώρα που ο ήλιος είχε πέσει για τα καλά, ο Πωλ επέστρεψε τη νεαρή κοπέλα σπίτι.
 Κάπως έτσι λοιπόν φτάσανε έξω από το σπίτι της Τζέσυ, με αυτήν να έχει χρώμα πιο έντονο κι απ’ τα ρούχα που φορά και τον Πωλ να ακουμπά χαλαρός και αθεράπευτα γοητευτικός στο κάγκελο της βεράντας. Χιλιάδες πράγματα περνάν από το μυαλό της Τζέσυ και προσπαθεί να μη δείχνει πως τρέμει, αυτά τα τελευταία λίγα λεπτά πριν μπει στο σπίτι και τελειώσει το ραντεβού.
«Θα με φιλήσει; Ουάου, θα είναι το πρώτο μου φιλί! Κι αν δε φιλάω καλά;! Κι αν δε με φιλήσει και πει απλώς «καληνύχτα» και φύγει; Πρέπει να βιαστεί πάντως, γιατί σε λίγο θα θυμώσει ο μπαμπάς».





Υ,Γ: Σημασία έχει ιστορία, όχι αυτός που την αφηγείται. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να μη γράψω κάτω από κάθε ιστορία ποιος μου την έστειλε. Θα ήταν λάθος όμως να μην πω ποιοι συμμετείχαν:
 Παύλο, Γιάννη, Κωνσταντίνα, Μαρία, Άννα, Ύπνε, Νίκο, Ζήση, Σαμ, Άννα-Μαρία, Τόντοκ, Μάικ, Μιτσαρίονα, Λυδία και Μαρία, σας ευχαριστώ για τις ιστορίες σας!

Ιανουάριος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου