Απ' έξω τέλεια

 Κάθε μέρα που γυρνούσε απ’ το σχολείο, τον έβρισκε να κοιτάει το παλιό νεοκλασικό. Απλώς ακουμπούσε σ’ ένα δέντρο – είχε ακόμα δέντρα η γειτονιά της τότε – κι αγνάντευε το όμορφο σπίτι. Πέρασε μια βδομάδα και μετά άλλη μια κι όσο το φθινόπωρο έμπαινε για τα καλά, η περιέργειά της σχετικά με την παρουσία του εκεί μεγάλωνε. Ένα μεσημέρι γυρνώντας σπίτι, πέρασε από δίπλα του.

- Υπέροχη δεν είναι;
- Ποια; Είπε αυτός με απορία.
- Η Έμμα! Έτσι λέμε αυτό το σπίτι με τον μπαμπά μου. Το βαφτίσαμε έτσι γιατί τα παντζούρια του είναι κόκκινα σαν το αίμα!
Τότε εκείνος γέλασε αργόσυρτα και ήρεμα.
- Κάπως μακάβρια ιδέα, μα ναι, δεν έχεις άδικο μικρή μου, είναι υπέροχη!
- Κι από μέσα πρέπει να ‘ναι πανέμορφη, ε;
- Μμμ... δεν είμαι σίγουρος.
- Τι εννοείτε; Δεν έχετε μπει μέσα;
- Ποτέ.
- Μα, τόσο καιρό... όλες αυτές τις μέρες που σας βλέπω να την κοιτάτε, νόμιζα...
- Δεν έχω μπει σ’ αυτό το σπίτι και ούτε θα το επιχειρήσω.
- Μα γιατί; Το βλέμμα σας όταν κοιτάτε αυτό το σπίτι... Δε θέλετε να την δείτε από μέσα;
- Ω θέλω, πολύ!
- Τότε;
- Προτιμώ να κάθομαι να την κοιτάζω απ’ έξω, που είναι τέλεια.

Ταξί

 Στο τσακ το πρόλαβε το ταξί ο κύριος Σπύρος. Μεσημεριάτικα βόλτα στην αγορά, το 'ξερε πως δεν ήταν καλή ιδέα. Έφυγε και το αστικό πριν δυο λεπτά και τώρα είχε να μπλέκει και με τους ταρίφες. Άνοιξε πόρτα, έσκυψε, μπήκε με τον κώλο, έκατσε και έκλεισε την πόρτα με αξιοθαύμαστη ταχύτητα, κι όλα αυτά όσο ο ταξιτζής άναβε τη μηχανή για να φύγει απ' την πιάτσα.
 Όσο ο κυρ Σπύρος έβαζε τη ζώνη του, τακούνια ακούστηκαν στο πεζοδρόμιο κι ένα χέρι άνοιξε την πίσω πόρτα του ταξί. Μια κυρία που κρατούσε αναρίθμητες σακούλες με ψώνια πήγε να μπει μέσα κι εκεί ήταν που ο ταξιτζής τα πήρε άσχημα: "Πού πάτε κυρία μου; Δε βλέπετε πως είμαι κατειλημμένος; Πώς μπαίνετε έτσι μέσα; Ποια νομίζετε πως είστε;". Η κυρία με τις σακούλες σάστισε. "Μα..." πήγε να ψελλίσει, αλλά ο ταξιτζής την έκοψε, είχε ρέντα. "Δεν έχει μα και μου, σας παρακαλώ πολύ να κατεβείτε αμέσως. Ο κύριος μπήκε πρώτος κι αυτόν είμαι υποχρεωμένος να εξυπηρετήσω. Και τέλος πάντων δικό μου είναι το ταξί, εγώ λέω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Βγείτε έξω!".
 Η κυρία είχε μείνει πραγματικά άναυδη. Σύρθηκε έξω απ' το ταξί παίρνοντας μαζί και τις σακούλες της. Ο ταξιτζής έβαλε μπρος και ξεκίνησε. "Ανάγωγοι άνθρωποι, κύριε μου. Αυτοί την έχουν καταντήσει έτσι την Ελλαδίτσα μας. Αυτή τώρα, που ήθελε να αποκαλείται και κυρία, ήταν τρομερά αγενής και αναιδής, δε νομίζετε;". Κι ο κυρ Σπύρος που παρακολουθούσε τόση ώρα σιωπηλός, λέει: "Έχετε απόλυτο δίκιο. Τι να πω κι εγώ που την παντρεύτηκα;".

Καρεκλοπόδαρα

 Για την κυρία με το δωδεκάποντο, το βρεγμένο πλακόστρωτο μοιάζει με λιβάδι στρωμένο μπανανόφλουδες. Μια ατσαλάκωτη δεσποινίς γλιστράει και πέφτει με τον κώλο μα αμέσως σηκώνεται με χάρη, σαν να 'ταν μέρος χορογραφίας. Λίγο παρακάτω, ένας Πακιστανός τραβάει ένα παπούτσι δεμένο μ' ένα άλλο παπούτσι δεμένο μ' ένα άλλο παπούτσι και τα στριμώχνει σε μια σκουπιδοσακούλα, ενώ ο διπλανός του βγάζει από άλλη σακούλα κάτι ομπρέλες και ξεκινάει σκληροπυρηνικό παζάρι με περαστικούς που βρέχονται.
 Κάποιοι βιάζονται, άλλοι το απολαμβάνουν. Σ' άλλους μοιάζει ρομαντικό όλο αυτό και φαντασιώνονται αόριστα ένα τερατώδες συνονθύλευμα θλιμμένου κλόουν με μπερέ και ψωμί μπαγκέτα υπό μάλης να παίζει παριζιάνικους σκοπούς στο ακορντεόν. Ένας οδηγός σχεδιάζει μεγαλόφωνα τι θα κάνει στο Χριστό και την Παναγία του μπροστινού, που δε λέει να προχωρήσει. Η κοπελίτσα που δουλεύει στο αρωματοπωλείο για τρεις κι εξήντα το 'χει πάρει πατριωτικά και ψεκάζει αρώματα τους πανικόβλητους περαστικούς. Μαμάδες σέρνουν βιαστικά στις λάσπες τα παιδιά τους, που δε θέλουν να σταματήσουν το παιχνίδι. Τα περιστέρια έχουν κουρνιάσει σε στεγνές γωνιές και "σημαδεύουν" τους από κάτω και στη γειτονιά αναδύεται μια μυρωδιά βρεμένης βρωμόγατας.