Ιστορίες απο φωτογραφίες

http://heterotopiae.tumblr.com/

Ο απατεώνας Μάικ


Ο Μάικ ο Απατεώνας είναι ένα σκέτο κάθαρμα. Δίκαια του έχουν δώσει αυτό το παρατσούκλι και δεν είναι το μόνο που είχε ως τώρα. Στην πραγματικότητα, δεν τον λένε καν Μιχάλη.
Ο Μανωλάκης γεννήθηκε κι έζησε τα πρώτα του 11 χρόνια στο Κιλκίς μαζί με τους γονείς του και τη μεγάλη του αδερφή. Από μικρός του άρεζε να πειράζει τα υπόλοιπα παιδιά και να κλωτσάει τα περιστέρια που κάθονταν βαριεστημένα στην πλατεία. Μάλλον ήταν η φτώχεια που το 'κανε το διαβολάκι να στραβώσει έτσι, αν και η αδερφή του είχε μεγαλώσει χωρίς να πάρει τον ίδιο δρόμο. Η μάνα τους δε δούλευε κι ο πατέρας τους έβρισκε δουλειές από 'δω κι από 'κει. Ήταν ένα ταπεινό ανθρωπάκι κι ο Μανωλάκης τον μισούσε.
Όταν έκλεινε τα 11 και η αδερφή του τα 15, η οικογένεια αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη, μήπως και έβρισκε σταθερή δουλειά η κολόνα του σπιτιού, που ήδη σιγά σιγά γερνούσε.
Θα έμεναν σε μια ξαδέρφη της μάνας του μέχρι να μπορέσουν να αποκατασταθούν πλήρως, κάτι που φυσικά δεν έγινε, γιατί ο κυρ-Θάνος δε βρήκε καμιά σταθερή δουλειά.
Εν τω μεταξύ, ο χαρακτήρας του Μανωλάκη (η Μάικ του απατεώνα) πήγαινε απ' το κακό στο χειρότερο και, όταν έφτασε τα 16 κόντεψε να τον διώξουν από το σχολείο για τις απάτες, τις κλεψιές και τις μπαγαποντιές του. Δεν τον έδιωξαν όμως, γιατί το παράτησε μόνος του.
Τότε άρχισε η μάχη του με την αγορά εργασίας, που άλλωστε δε νομίζω πως έχει τελειώσει μέχρι και σήμερα.
Ασχολήθηκε με παράνομα στοιχήματα, πήγε να μπλεχτεί και με τα ναρκωτικά, αλλά το 'πιασε γρήγορα πως απ' αυτά δε θα 'βγαζε λεφτά. Εν ολίγοις, ο Μανωλάκης, που του 'χαν κολλήσει ήδη δυο-τρία πολύ λιγότερο αθώα παρατσούκλια, δεν έκανε ποτέ του μια σοβαρή δουλειά. Ούτε καν όταν ο πατέρας του έπεσε από την οικοδομή και έσπασε τα μισά του κόκαλα, δεν αξιώθηκε να βρει μια δουλειά για να θρέφει τη μάνα του.
Έτσι, μετά από καιρό, απόκληρος πια της οικογένειας και των λοιπών κοινωνικών του κύκλων, ο Απατεώνας Μάικ δουλεύει στην πλατεία Αριστοτέλους. Αν βέβαια αυτό μπορεί να θεωρηθεί δουλειά...Καταφέρνει πάντως να αγοράζει κάθε μέρα μια τυρόπιτα και τα τσιγάρα του. Αυτά τα βρωμερά τσιγάρα που κάνουν την ανάσα του να ζέχνει.
Όποιος γονιός πάει να πάρει από το Μάικ ένα απ' αυτά τα γελοία παιχνίδια με τις φούσκες ή τροφή για τα περιστέρια, τον κοιτάζει επιφυλακτικά κι αυτός του απαντάει με ένα βλέμμα όλο αδιαφορία.
Τροφή για περιστέρια...λες και τον εκδικούνται που τα βασάνιζε έτσι στην πλατεία, στο Κιλκίς. "Με εκδικούνται τα γαμημένα!", σκέφτεται, αλλά προσπαθεί να μην του γίνει έμμονη ιδέα, γιατί θα του στρίψει τελείως. Μάλλον δε θα αργήσει να γίνει κι αυτό.






http://heterotopiae.tumblr.com/

Έκθεση


Γύρω στο Νοέμβρη, που η σχολική χρονιά είχε ξεκινήσει για τα καλά, η κυρία Χριστίνα έβαλε στα παιδιά να γράψουν μια έκθεση για τους γονείς τους και τη δουλειά που κάνουν
Η Αννούλα έγραψε:
" Η μανούλα μου πέθανε πρόπερσι το καλοκαίρι άρα νομίζω πρέπει να γράψω για τον μπαμπά. Τον μπαμπά μου τον αγαπώ πολύ. Τον λένε Θρασύβουλο, αλλά όλοι τον φωνάζουνε κυρ-Θράσος. Δε μ' αρέσει αυτό γιατί μου θυμίζει τη λέξη θράσος, που καθόλου δεν του πάει του μπαμπά μου που είναι καλός κι ευγενικός.
Ο μπαμπάς έκανε άλλη δουλειά παλιά, αλλά τώρα που μεγάλωσε πια, είναι μουσικός. Είμαι πολύ περήφανη γι' αυτόν γιατί είναι διάσημος. Παίζει κάθε μέρα με το ακορντεόν στη μεγάλη πλατεία και όλος ο κόσμος τον ξέρει και τον χαιρετάει.
Η θεία μου είναι θυμωμένη με τον μπαμπά, γιατί λέει ότι κουράζεται πολύ και πως δεν πρέπει να δουλεύει πια. Επίσης, λέει να πάω να μείνω μαζί της, αλλά εγώ δε θέλω καθόλου, γιατί ο μπαμπάς μ' αγαπάει και πάντα μου φέρνει μια έκπληξη και μετά παίζει μαζί μου.
Ο μπαμπάς την αγαπούσε πολύ τη μαμά, που ήταν πολύ πιο μικρή του και ήταν πολύ πολύ όμορφη.
Καμιά φορά γυρνάει στο σπίτι στεναχωρημένος. Μάλλον που πέθανε η μαμά, αλλά την επόμενη μέρα είναι καλά.
Μια μέρα μου 'πε να κάνω αυτό που θέλω στη ζωή μου κι ότι αυτός ήθελε πάντα να γίνει μουσικός, αλλά εγώ δεν τον πιστεύω γιατί και την άλλη τη δουλειά την αγαπούσε.
Κάθε πρωί, ο μπαμπάς βάζει το σακάκι του που είναι πολύ παππουδίστικο αλλά δεν πειράζει γιατί έχει μεγαλώσει κι έχει γίνει κι αυτός παππούς τώρα, παίρνει το καπελάκι του που του το πήρα εγώ δώρο με λεφτά της μαμάς, πιάνει το ακορντεόν και το ηχείο και το καρεκλάκι του και πηγαίνει για συναυλία.
Εγώ τον αγαπώ τον μπαμπά μου, που τώρα είναι παππούς, και δε θα πάω ποτέ στη θεία Λένα.





http://heterotopiae.tumblr.com/



Κουπέ γεμάτα ιστορίες 


Η δουλειά μου; Ξέρετε, υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί μια δουλειά να είναι δύσκολη. Η δικιά μου είναι δύσκολη επειδή είναι ανυπόφορα βαρετή. Θα με ρωτήσετε βέβαια: Γιατί έγινες σταθμάρχης, αν δεν την αντέχεις τούτη τη δουλειά;
Όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου ο συγχωρεμένος δούλευε στα τραίνα. Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι τους βγήκα όπως με θέλανε, κι αυτουνού και της μάνας μου. Ήμουνα μπορείς να πεις αυτό που λένε σκράπας. Από την αρχή φάνηκε πως με τα γράμματα δε θα καταπιανόμουν κι έτσι δε με στείλανε πανεπιστήμιο. Όχι πως το 'θελα δηλαδή κι εγώ. Για να πω ειλικρινά, τίποτα δεν ήθελα να κάνω. Μόνο να κάθομαι ήξερα. Οργιζότανε ο πατέρας μου στ' αλήθεια, κι η μάνα μου καμιά φορά έκλαιγε έτσι ανεπρόκοπος που της βγήκα.
Ε, δεν ήθελε και πολύ, το πήρανε μονάχοι τους απόφαση και με μπάσανε κι εμένα στη δουλειά στα τραίνα. Τώρα, πως έφτασα από παραπαίδι να γίνω κοτζάμ σταθμάρχης, είναι μεγάλη ιστορία...Εγώ λέω πως δε θέλει κάνα ταλέντο' μόνο τη δουλειά σου να κάνεις και να μη πολύ μιλάς. Ε κι εδώ που τα λέμε, μετά από λίγο καιρό, στο σπίτι δεν πολυήθελα να πηγαίνω, οπότε καθόμουνα παραπάνω στο σταθμό. Οι τύποι εκεί θα με κόψανε για δουλευταρά και να σου οι προαγωγές, κι ο πατέρας να μην το πιστεύει. Συγχωρέθηκε μετά από λίγα χρόνια και η μάνα μου, μονάχη της, δεν άντεξε κι αυτή πολύ ακόμα' στα εβδομήντα πήγε να βρει το σύζυγό της.
Απ' όλα αυτά, θέλω να πω - και παρασύρθηκα, να με συγχωράτε, πως κατέληξα να κάνω μια δουλειά που λίγο κέφι μου κάνει.
Θα σας πω μονάχα κάτι. Όταν κάτι δεν το ευχαριστιέσαι, πρέπει να βρεις τρόπο να το ευχαριστιέσαι, καταλαβαίνετε τι λέω; Κι αυτό που 'χω βρει εγώ δε μου το παίρνει κανείς, γιατί δεν το συζητάω ποτέ.
Πέρασα τόσα χρόνια βλέποντας τραίνα να πάνε και να 'ρχονται. Χιλιάδες τραίνα...Μια φορά λοιπόν, αναρωτήθηκα για έναν μυστήριο επιβάτη..."που να πηγαίνει;" λέω. Επειδή βαριόμουν, όχι τίποτ' άλλο. Ε, λοιπόν, στο διάλειμμά μου, έκατσα και σκέφτηκα μια ολόκληρη ιστορία για τον μυστήριο τύπο.
Ούτε που τη θυμάμαι την ιστορία εκείνη, όμως ήταν η πρώτη. Από τότε, κάθε τραίνο ισοδυναμεί με μια ιστορία για 'μενα, και η μέρα περνάει πολύ πιο ευχάριστα. Άρχισα να τ' αγαπάω αυτό το χόμπι, όπως το λένε. Βάλτε τώρα με το μυαλό σας όλα αυτά τα χρόνια πόσες ιστορίες έχω σκεφτεί, με τόσα τραίνα να περνάνε.
Καμιά φορά σκέφτομαι να τις πω στους άλλους στη δουλειά, αλλά θα με κοροϊδεύουνε. Μπορεί μια μέρα να μάθω να γράφω σωστά και να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο. "Συλλογή" νομίζω το λένε αυτό που έχει πολλές ιστορίες. Ή μπορεί να κάτσω να τις πω στον ανιψιό μου το Θωμά, που μ' αγαπάει και θα κάτσει να τις γράψει αυτός. "Κουπέ γεμάτα ιστορίες", έτσι θα λέγεται το βιβλίο. Τι νομίζατε; Δεν το 'χα σκεφτεί; Φυσικά και το 'χα, εδώ και καιρό.
Τέλος πάντων, εκτός από σταθμάρχης, έχω και τούτο το δεύτερο επάγγελμα: Συλλέκτης ιστοριών το λέω, γιατί μ' αρέσουν αυτά τα ρομαντικά.
Και δεν είναι συνηθισμένη δουλειά, θα το καταλάβατε. Με κάθε τραίνο, φτιάχνω και μια καινούργια ιστορία κι έτσι οι μέρες, τα χρόνια περνάνε. Και κάθε φορά που ένα τραίνο χάνεται στον ορίζοντα, ένα άλλο έχει ήδη φτάσει και η ίδια διαδικασία αρχίζει ξανά.





bildegalleri.tumblr.com


Περί βροχής και γενικώς


"Ποτέ δε μπορούσα να υπολογίσω πόσο βρέχει, κοιτώντας από το παράθυρο", μονολογεί. Συχνά νόμιζε πως έβρεχε καταρρακτωδώς και έβγαινε έξω φασκιωμένη με κουκούλες και ομπρέλες, αλλά τελικά το νερό ίσα που μούσκευε τους ώμους του παλτού της.
Τώρα ρίχνει πάλι αυτή τη βροχή που γεμίζει στάλες και υγρασία τα τζάμια του παραθύρου και σε κάνει να θέλεις να μείνεις μέσα φορώντας φούτερ, πίνοντας ζεστή σοκολάτα - ίσως καπνίζοντας λιγάκι, σε σκηνή της αρχής (ή σε όλη τη διάρκεια) κουλτουριάρικης ταινίας, ή σε σκηνή θρίλερ, πριν το ανυποψίαστο θύμα πάθει κάτι τελείως φρικιαστικό.
Ξυπνάει από την ύπνωση του χειμωνιάτικου απογεύματος και συνειδητοποιεί πως, παρά τον σαρκασμό, σε μια τέτοια περίπου κατάσταση βρισκόταν. Ήλπιζε για το πρώτο, γιατί, αν ίσχυε το δεύτερο, το απόγευμα δε θα συνεχιζόταν το ίδιο ήσυχα...!
Πόσες φορές έχει καθήσει σ' αυτήν ακριβώς τη θέση μπροστά από το παράθυρο, τούτο το χειμώνα; Λες και περίμενε να 'ρθει κάποιος να τη ζωγραφίσει έτσι όπως καθόταν.
Το κρύο που παγώνει τα πόδια και τα χέρια της, είναι το ίδιο που παγώνει και τον καφέ της (όχι σοκολάτα;). Σηκώνεται να βάλει λίγο που έχει μείνει στην καφετιέρα και, περνώντας από το πιάνο, παίζει τις δυο πρώτες νότες του τραγουδιού που θα της θυμίζει πάντα βροχή.
Γυρνάει από την κουζίνα και παίρνει αμέσως τη θέση της μπροστά στο παράθυρο, που ακόμα βρέχεται από την απογευματινή βροχή. Τραγουδάει ακόμα το ίδιο κομμάτι. Μάλλον θα της κολλήσει μέχρι το βράδυ.
Manha De Carnaval





http://mightsphotography.blogspot.gr/

Late afternoon 

I wake up.
I get up. Heavy feet.
Heavy head, I head for the kitchen.
While the good old coffee machine sounds send away the good old apartment silence, I dare a look behind the curtain.
All I see is endless blue.
Once again.





Takin' Five with the Tony Halffinger band



I don’t like talkin’ ‘bout myself. But, I do like talkin’ ‘bout my stories… you know, just things that’ve happened. I ain’t that old though…I don’t have that many stories to tell you. I’m just a thirty year-old pianist, lucky (and good…) enough to have played with some of the best jazz musicians of the day! And that’s what this story is about. One of my greatest inspirations in music and life, the one n only, Tony “Halffinger”.
Tony’s one of the finest trumpeters ever been. Thousands of his records are sold to black and white people across the country, and Tony’s worked hard to succeed. I suppose when he dies, he’ll be remembered as a hero to African-Americans, concerning his demand to play for non-segregated audiences, setting new standards in the never-ending case of racism in America. You must be curious about his name already. It’s not german or anythin’. It’s simple as it sounds. Half his middle finger’s missin’, due to an accident that has turned legendary, as the years got by. So, Tony always has to play the trumpet with his index, ring n pinky.
He’s not a bad guy. I know him, I tell you, he ain’t. Tony’s a miserable son of a bitch and nobody knows exactly why. Truth is, nobody ever asked… he played with the best, ‘cause he is the best but, let’s leave that aside for a moment. He could be playing with the most famous guys out there, but he now plays with us, instead. And by “us”, I mean myself, Sammy Leather, Jon “Lee” Thomas and Larry “Perfect” (the last one’s not a euphemism!). We were all far from his level, when Halffinger got to us and taught us how to “swing that thang”.
That was two years ago by the way and today we ‘re still tryin’ to put up with his manners. Anyway, to make a long story short, I’d like to tell you about that night at mr Smith’s place. It was a sold-out show, a small venue but a warm one. After one hour of hard swinging, we took a break:



 - What is it boys?
 - What’s what Tony?
 - You play like shit tonight…
 - Yeah, well, you say that every night…
 - Nah, nah…don’t mean it that-a-way. You‘re with me ‘cause you‘re best. Something else’s goin’ on.
Sammy, what’s the matter boy?
 - Well I’ll tell you, mr Tony. Money ain’t good, weather’s cold, and my right foot’s killin’ me!
 - Oh, yeah? What’s with it?
 - Even been a sharecropper, mr Tony? Naah, supposed you ain’t. Well, don’t wanna bother you with a story ‘bout a black sharecropper-boy who almost lost his leg on a tractor accident…
 - Jes’s, Sammy, I didn’t know…
 - Don’t bother, mr Tony, your smartass comments ‘bout my mood won’t make my leg any worse…
 - Won’t make it any better either, that’s for sure… Anyway, what’s up with you, Mikey?
 - Well, Tony, my pain don’t lie on my leg…it’s my heart that’s ailin’ me.
 - Damn it, Mike, if we was a pop band, you be the lyricist! Haha (haha…)
 - Oh, cut it, Halffinger, you asked for it…
 - You ‘re right, you ‘re right…So, what’s with your heart, Mikey?
 - (Sighs) Just thought this time it was real, you know?
 - It Wasn’t?
 - You remember that Todd-something? That trombone-motherfucker?
 - Well, what’s with ‘im?
 - …
 - Shh, boy, what you tellin’ me? Haha haha
 - …
 - Todd “The Lion” got your girl? Hahaha
(all folks joined him for that laugh… after a minute, I joined them too!)
 - What woman wants to fuck a trombone blower anyway? Haha
 - Well, I’m sorry Mike…Boys, I’m sorry, but the blues don’t like nobody…
 - Is that so?
(That was mr Smith, interrupting our fun. Mr Smith, the boss. He liked the fact that he had money and he was proud of being white. Oh boy, was he proud…)
 - (Turned around to see who it was and then slowly said) Yeah, actually…yeah, it is.
 - And what would you know ‘bout the blues?
 - My name’s Tony Halffinger, man, you wanna know how I got it?
 - Yeah, yeah…your “half finger-whole life time” story… I know all about it, but…explain me this, if you may…you ever counted the times you said this story to a man? Or…a woman? I mean, who built that legend ‘round Tony Halffinger, anyway? Was it the fans? Was it the notes? Or was it yourself, Tony?
 - What do you want, Smith?
 - Yeah, what you want? Give him a break! (Me and the boys complained)
 - Nothing really… I just don’t like you Tony-boy… I believe that cheap workin’-class heroes like yourself ought to have a master. Just to… to take ‘em off that gravy train, you know…
 - Oh, and that’d be you, right?
 - (With a vicious smile he answered) Right! Of course I am, Tone!
 - Is that so?
 - (Tony’s irony must have angered him…)God knows it is, Tone! I’m the one payin’, remember? You may be a jazz jivin’ hero to them (pointin’ at the stage with his thumb), but you ain’t nothin’ but a country boy to me. A black country boy.

(That’s the time when Tony mind went black. He got up and dashed onto Smith. He would have strangle him, I swear! He would, if there wasn’t me and Sammy who grabbed him and sat him down. They were both furious! I remember being anxious about the gig… I thought that, after Halffinger tried to get ‘im, Smith wouldn’t really want us to continue the show… he’d just enjoy kickin’ us outta there!)


 - Come on, boss, please! Give him a break!
 - Had your goddamn break already! Five’s up, kids. Get up and get on with the show. Crowd’s waitin’ and I’m not payin’ for you to just sit around ‘n’ drink my booze…
(That’s all he said and walked out of the dressing room, as if nothin’ ever happened. We took our sits and gathered ‘round Tony again)
 - You alright, mr Tony?
 -‘ Tell you kid, blues don’t like nobody…
 - Yeah, no shit! Mr Smith don’t like nobody, ha!
 - His time will come…and that‘ll be fun! Come on, we got to give these white folks out there the rest o’ this jivin’ jazz of ours…


And then he got up, grabbed his trumpet, and went out to put on a show. He’s Tony “Halffinger” Ray. That’s what he does.
As for the blues… From that day on, I knew mr Halffinger had a whole lot of experience of what the blues is! It’s not his story… I’m not even sure this goddamn story ‘bout how he lost his finger’s true… No, it’s not it. It’s his playin’. You hear the pain in it. Don’t think it’s all about that messy finger… it takes a lot more to make you play like that. That’s the reason why people love him, for he is true an’ honest to his music. And that’s the reason why Smith would like him to play in his place, though he would dream of Tony –and all black people- gettin’ hanged. But, it’s not the civil war, and it’s not the ‘20s. It’s 1954, and black people don’t get lynched any more, (I hope!). It is 1954 and Tony’s turnin’ 49 next week. The way he grabbed his trumpet and played on that show that day, as if that bastard, mr Smith hadn’t crushed his pride, made me think that, in the past, mr Halffinger must have had better reasons to be the miserable motherfucker he is, than this. And that would be a story to tell. Maybe someday I’ll ask him and, if I do, maybe someday he will tell me.




Tupi: Pool, darts & refreshments

 The year was 1924. For an uptown young Negro like me, Tupi was the place to be. The full name was "Tupi: Pool, darts & refreshments", where pool and darts meant fights and refreshments stood for heavy drinkin' 'til the wee hours. Anyway, Tupi was the place to be and billiard was only half the reason why.
 I don't even know what "tupi" means. I always thought it meant "luck" or "hope" in some caribbean or african dialect or so. Anyway, Tupi was no good place for a white man and, if one was not convinced by the number of blacks walkin' past its door, one single look inside would be convincing enough.
 It always reminded me of knights, preparing for the crusades or something. Of that I thought when I was young and the idea remains as I take a look at that photo back in '24, with all these pool sticks pointing at different directions ad separate angles, as if they were the customers' spears! And were we at war? Of course we were. Everyday was like a battle for each and every one of the Negros in that old city. The city itself didn't ever seem to love any of us black folks, so we had to have something. Somewhere to go, somewhere to run to. You know, like a family or maybe like a steady job that would relieve us from having to put up with jobs like delivering ice or whatever eased the already easy way of a white man's living. In one way, keepin' up with that habit of ours - hangin' out at the Tupi every night, seemed like a political act itself. Well, sort of...
 I don't really mean that Tupi ever made an actual change in this damn city, nor did it any good to this country at all. What it did was to open a window in this dark airless room that our lives felt like. Out of the South's muddy waters, into the big city's frightenin' cold lights, ridin' freights or mules, black folks seeked a life thy most probably weren't yet to find. So, they did make sure to have a little tast of it, alittle dose of freedom if you like, in that dirty, smoky, dark place called "Tupi: Pools, darts & refreshments".
 Cruel as the human race can be and tough as the circumstances make us, there's always place for sensibility. Beyond the total of ten pool tables, on a wall not covered by dartboards, stood a painting. Not a masterpiece of any kind, not even framed, stood the portrayal of all the things described above. The only painting in the whole place, a window. A very big window, covering half of the wall, with its shutters open. It was drawn by Othello DeMarcus, the man who opened Tupi back in 1904. Othello's parents where ex-slaves from Alabama that had come north to start over. It was very common for blacks to give their kids ridiculous names like "Othello" back then. It was just a terrible attempt to feel like one with the whites, if you ask me.
 Anyway, Othello must 've been a great man. Shortly after opening this place, he went political about it all. For some time, Tupi was the starting point for anti-segregation riots and DeMarcus, who by then was 50 years old, had become a pain in the ass for the police. They tried to keep things quiet and going, without havin' to hit or even kill anyone. Of course, when this did happen, the victims were bound to be black. Either it was fair or not, white people wouldn't stand watching their police being with the Negros' side. So, even the most kindhearted cops (if there is such a thing) made sure to be against us.
 It wasn't but only three years after Tupi first opened that DeMarcus was found dead, stubbed in the back twice. It was a job done by a hired professional and nobody had a single doubt about it. For the next three days, every black man was out on the road and for a while its seemed like this was the last thing this town's Negros would go with. But there's always one more drop of water a glass can contain before it overflows and that's how this story ended. One week later, everybody still remembered the murder of Othello DeMarcus and everybody ailed about his absence, but still, nobody did anything about it ever since.
 That's how DeMarcus came to be a hero among the customers of Tupi who, as described earlier, were already hot-blooded 'bout race-related issues, at least when it came to words. Over the past years, it always seemed difficult to go from words to act.
 But, all of this was just an attempt to talk about that ol' painting's background story. It was a wide open window drawn by old folk Othello DeMarcus and behind that window stood an all-green field that didn't look like anything any of us had ever seen before. It spread 'til the point where it met with the clear blue sky, with all kinds of birds flyin' around happy and free. Flowers grew here and there in what seemed like a never ending sea of green grass. It was a dream of nature. A portrayal of freedom, peace and innocence, as realistic as one could be. Sometimes, if you were drunk and nostalgic enough, you could hear the hummingbird sing and the wind blow and whistle as it me with the leaves of the trees. You could see white clouds travelling in the sky and the smell of an unknown kind of spring tryin' to make its way out of the wall and into the room.
 That was it and that was Tupi.
 It wasn't much, but it was as good as it could get. Good enough.
 How could someone see and understand what this place meant to us, if they couldn't feel the low breeze comin' from freedom's window?
 Oh, I can still feel it right now... I can smell it in the air, along with the smoke of countless cigarettes and the sound of pool sticks hittin' balls around the pool tables.
 In Tupi: Pool, darts & refreshments.






Dolphins


It was just the other day that I saw a graffiti
That really got me thinking

There were two pink dolphins
And a sign stating a fact:
“Dolphins look friendly, but
They’ll rape you just for fun”

Since that day I saw the graffiti
It has really got me thinking

Is there really someone out there
That gives a fuck
About dolphins?
(or graffiti?)






Περίεργο όνειρο


Χθες το βράδυ είδα το πιο τρελό όνειρο. Δεν ήταν κακό, ήταν απλώς πολύ περίεργο. Περίεργο σαν αυτά που ντρέπεσαι λίγο να διηγηθείς στους φίλους σου.
Μ’ είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ από νωρίς, με το φως της τηλεόρασης να ζωγραφίζει γαλάζιο ένα μέρος του σκοτεινού σαλονιού. Ξύπνησα μεσ’ τη μέση της νύχτας και το κανάλι με τ’ αθλητικά είχε γυρίσει στο filmnet. Αυτό θα ‘πρεπε να με ανησυχήσει εξαρχής γιατί το filmnet έχει χρόνια που δεν υπάρχει. Ήταν το μόνο δορυφορικό που πιάναμε στο πατρικό και αργά το βράδυ έβαζε τσόντες. Αντί να παραξενευτώ, μεσ’ τον μισο-ύπνο μου ανασηκώθηκα καθοδηγούμενος από μια αόριστη νοσταλγία. Νοσταλγία για το παλιό καλό filmnet, το πατρικό μου και για τις τσόντες. Χάζεψα για λίγο και μετά άρχισα να κάνω οτι έκανα τα ξημερώματα στο πατρικό. Ήταν μια πολύ βαρετή, αργή τσόντα, που κυλούσε σα να διαδραματίζεται μέσα στο βυθό. Σιγά σιγά άρχισα να την απολαμβάνω. Να την απολαμβάνω αργά, όπως προσπαθούσε να μου δείξει η καημένη η ηθοποιός πως την απολαμβάνει κι αυτή.
Εκεί που τελείωνε ακόμα ένα ενοχικό βράδυ σαν εκείνα τα εφηβικά, άρχισαν τα πράγματα να γίνονται περίεργα. Πολύ περίεργα.
Γύρω από την τηλεόραση άρχισαν να κινούνται κάτι...πράγματα. δε μπορούσα να καταλάβω τι ήταν, όμως στη μέση της μοναχικής ηδονής, άρχισα να αγχώνομαι. Οι κινήσεις τώρα γίνονταν πιο σαφείς, αριστερά, δεξιά και πάνω από την οθόνη της τηλεόρασης, που συνέχιζε να φωτίζει μόνο ένα μικρό μέρος του δωματίου και σίγουρα όχι αυτά τα ύποπτα κινούμενα αντικείμενα που τώρα μου ‘μοιάζαν λίγο σα κουμπιά. Σχεδόν τρομαγμένος άφησα στη μέση αυτό που έκανα κι ανασηκώθηκα να δω καλύτερα. Με το που πήγα να εστιάσω σ’ αυτά τα μυστηριώδη κουμπιά, έγινε και το επόμενο, το πιο τρομακτικό. Άναψε μπροστά στην τηλεόραση ένα κερί. Αυτό με απασχόλησε για λίγα δευτερόλεπτα, κυρίως γιατί το κερί προηγουμένως δε βρισκόταν εκεί αλλά κι επειδή είχε πάνω του ένα κομποσκοίνι που κάπου μου ‘τανε γνωστό αλλά δε μπορούσα να θυμηθώ από που και δε μπορούσα να συγκεντρωθώ γιατί είχα τρομάξει με όλα αυτά και με το κερί και με το φως πάνω σ’ αυτά που τι – θεούλη μου, καλέ μου θεέ, ήταν μάτια! Μια ντουζίνα μάτια σάλευαν γύρω απ’ την TV μου. Μεγάλα μάτια, μικρά μάτια γυάλιζαν στο φως του κεριού και η τσόντα έπαιζε και τα μάτια μου λέγανε έλα μικρέ παιξ’ τηνα εμάς δε μας πειράζει ούτε κι αυτόν που άφησε εκεί το κομποσκοίνι να σε φυλάει τον πειράζει, παιξ’ την σα να ‘σαι μόνος αλλά να ξέρεις οτι εμείς τώρα θα το ξέρουμε μπορει να το κάνεις μόνος σου αλλά δεν θα το κάνεις πια κρυφά γιατί εμείς ΣΕ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!
Λίγο πριν χεστώ πάνω μου απ’ το φόβο, ξύπνησα και πετάχτηκα όρθιος από τον καναπέ. Κοίταξα διστακτικά γύρω μου. Υπήρχε μόνο το παλιό καλό ψυχρό φως της TV. Το κερί και το κομποσκοίνι της μάνας μου είχαν φύγει. Το ίδιο και τα μάτια.



Ξεκίνησε το 2014 και που και που συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου