Πολύ μικρές ιστορίες

Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν μέσα σ'ένα απόγευμα. Η έμπνευση μου 'ρθε μεταξύ άλλων από ένα βιβλίο που κάπως έφτασε στα χέρια μου με τίτλο "Μεγάλοι συγγραφείς γράφουν τις πιο μικρές ιστορίες του κόσμου". Ίσως μοιάζει αδυναμία που οι παρακάτω ιστορίες δεν συνδέονται με κάποιο τρόπο, αλλά το ζητούμενο δεν ήταν αυτό. Για 'μένα η πρόκληση ήταν να μπορέσω να δημιουργήσω μια ή περισσότερες πιθανές ιστορίες πίσω από όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις.


-

Η γούνα ήταν τ’ αγαπημένο της. Της την είχε σουφρώσει πριν καιρό. Και τι πείραζε; Αφού η γριά δεν έπαιρνε πια χαμπάρι τι γινόταν μεσ’ στο σπίτι.

-

και τον στραγγάλισε με τα ίδια του τα χέρια. Έκλαψε για ώρα δίπλα στο νεκρό σώμα του καλύτερού του φίλου κι ύστερα πια σηκώθηκε. Ο ήλιος κόντευε να δύσει κι αυτός είχε πολύ δουλειά ακόμα.

-

Αν είχα μια δεκάρα για κάθε μαλάκα σαν κι εσένα, δε θα χρειαζόταν να δουλεύω σ’ αυτό το κωλομέρος.
Φυσικά κύριε, σας το φέρνω αμέσως!

-

- Μαλάκες, κατουράω αίμα!
- Χαλάρωσε μωρέ
- Τι να χαλαρώσω ρε μαλάκες, σας λέω αίμα, κατουράω αίμα!
- Ωχ, σκάσε ρε μαλάκα κι έλα κάτσε εδώ μαζί μας! Πρέπει να ηρεμήσεις λίγο, έχεις χλωμιάσει. Να, πάρε αυτό, θα σε βοηθήσει να χαλαρώσεις.

-

Ένιωθε πραγματικά κενός και μουδιασμένος. «Η ψυχή δεν είναι εντελώς νεκρή αν δεν είναι νεκρό και το σώμα» κλαψούρισε, με το γυάλινο άδειο βλέμμα του στραμμένο προς τ’ ανοιχτό παράθυρο. Απομάκρυνε τελικά το όπλο και το ακούμπησε στο γραφείο. Ήταν υπερβολικά καλή μέρα. Ίσως αύριο.

-

- Δε μπορώ να το κάνω ρε παιδιά, έχει βράχια κι αχυνούς, θα φάω τα μούτρα μου!
- Ο Πίπης είναι κότα! Ο Πίπης είναι κότα!
φώναξε ο Σπύρος που ήταν πάντα ο αρχηγός και τον μιμήθηκαν και οι άλλοι σαν χορωδία. «Ο Πίπης είναι κότα!»
- Εντάξει ρε, φώναξα εγώ, τώρα θα δείτε!

-

Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο και όλα του φαίνονταν θολά και άσπρα. Τα δέντρα μοιάζανε άσπρα, τα κεραμίδια μοιάζαν άσπρα, θεούλη μου, ακόμα και οι σκιές άσπρες φάνταζαν! Έπρεπε να το κόψει. Έπρεπε στ’ αλήθεια να το σταματήσει γιατί ή θα έχανε τα μυαλά του ή τίποτα χειρότερο.
[Το ‘χε πει το δελτίο απο βραδύς πως θα ‘ταν η πιο χιονισμένη μέρα των τελευταίων χρόνων.]

-

Έπλεκε πουλόβερ και κασκόλ. Έπλεκε κι έπλεκε και περίμενε, γιατί θυμόταν που της είχαν πει πως θα ‘ρθουν να την πάρουν από το κρύο σπίτι, αλλά δεν είχαν φανεί ακόμα. Οπότε καθόταν κι έπλεκε και περίμενε.

-

Αυτό είναι μικρέ
του ψιθύρισε μεσ’ το κεφάλι του καθώς έπαιρνε θέση.
Είναι η στιγμή σου. Απλά χτύπα το μπαλάκι. Κοίτα τους πώς σε κοιτάνε...περιμένουν. χτύπα το μπαλάκι και νικήσαμε μικρέ!
Το μπαστούνι του γλιστρούσε γιατί ίδρωνε και η αντηλιά τον τύφλωνε.
Χτύπα το μπαλάκι μικρέ. Απλά πέτυχέ το, τίποτ’ άλλο.
Προσπαθούσε να κάνει τα γόνατά του να μην τρέμουν. Ίσιωσε και το καπέλο του.
Χτύπα το μπαλάκι!

-

Η Μάρθα πίστευε πως, για κυρίες σαν αυτήν, το πάχος σήμαινε αρχοντιά. Είχε στρογγυλοκαθήσει λοιπόν κι έτρωγε λαίμαργα.
"Ουστ μωρή κωλόμυγα!" ακούστηκε ξαφνικά και η Μάρθα πέταξε μακριά, κάπως ενοχλημένη που έπρεπε να διακόψει το γεύμα της.




Φεβρουάριος 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου