Σιωπή κρυστάλλινη

Μια μέρα καθώς περνάω, θα κοιτάξω πάνω.
Θα κοιτάξω πάνω όπως πάντα απ' όταν μετακόμισες εδώ.

Μια μέρα καθώς περνάω, θα κοιτάξω πάνω,
στο σκοτεινό σου μπαλκόνι,
στο στενό σου παράθυρο
και θα 'σαι εκεί
χαμογελαστή,
σα να γύρισε ο χρόνος πίσω,
σα να μη συνέβη τίποτα.

Τώρα χαμογελάς; Εννοώ αληθινά,
όχι καθημερινά όπως κάνεις πάντα.
Μπορείς να κοιμηθείς;
Βρίσκεις θάρρος να ξυπνάς;
Δεν ξέρω.
Το παράθυρο κλειστό,
το μπαλκόνι σκοτεινό,
κρυστάλλινη σιωπή
στο φθινοπωρινό κρύο
κι εγώ απλά περνάω.

Μια μέρα καθώς περνάω
θα μου σφυρίξεις καλημέρα.
Θα κοιτάξω πάνω
και θα φωτίζεις το μπαλκόνι χαμογελώντας,
αληθινά και καθημερινά,
όπως πάντα.

Όταν τελειώνουν τα πατατάκια στα βαρετά πάρτυ

σκέφτομαι
τον ζωγράφο – πρωταθλητή περιπτερόμπυρας
που σχεδίαζε βιτρό για εκκλησίες,
τον σκοτεινό ποιητή
που μελετούσε τ’ αγάλματα στο Λούβρο,
τον πλακατζή παοκτσή
με όσκαρ αγαρμποσύνης,
τον χασικλή λαουτιέρη
με τις αστρικές προβολές του,
τον τελειομανή δάσκαλο – συνθέτη
με τις αϋπνίες,
τον κιθαρίστα – φυσικό και κάφρο εκ φύσεως
με την πομάδα στο μαλλί,
τον μελαμψό σκιτσογράφο – ιστορικό
και ιστορικό ξερόλα,
τον ψηλέα τον Γκούφυ
τον καταθλιπτικό,
την ψυχοπαθή βιτσιόζα φεμινίστρια,
το παιδί που κάνει και πέτρα να γελάσει,
και την ηθοποιό – ξωτικό απ’ την Κοζάνη.
Αχ, ας ήταν κάποιος απ’ αυτούς εδώ...

Η μάγισσα

Μια μάγισσα με κέρναγε καφέ
στην πόλη των βροχών.
Είχε μάτια μελιά
και ήξερε τα πάντα.
Εγώ της έγραφα σιντί
κι εκείνη ετοίμαζε σερμπέτια.
Έλιωνε κουβερτούρα, μετάγγιζε λικέρ
και μου 'λεγε ιστορίες.

Ένα βράδυ μ' άφησε
να την κοιτάω να κλαίει.
Με κέρασε λίγο κονιάκ
κι έπιασε μετά να σφουγγαρίζει.
Μου είπε για το Τώρα
και μερικές άλλες σοφίες γι' αργότερα.

Την τελευταία μου μερα εκεί
- πάνε πια χρόνια -
κι αφού είχαμε πει αντίο,
με σταμάτησε στη στριφογυριστή σκάλα
και μου 'πε πως θα τα καταφέρω.