Ο θείος

Η μάνα μπήκε στο σπίτι κι ακούμπησε στο τραπέζι την τσάντα της και μια σακούλα. Φαινόταν κουρασμένη και είχε ιδρώσει. Σκούπισε το μέτωπό της και ψαχούλεψε να βρει το πακέτο με τα τσιγάρα. Κάτι είχε ψωνίσει από το ζαχαροπλαστείο πριν ανέβει σπίτι.
- Τι πήρες, τη ρωτάω, γλυκά;
- Και γλυκά και αλμυρά. Έτσι, για τον θείο.
- Γιατί, τι έκανε;
- Ο θείος πέθανε χθες.
Μου το 'πε αυτό καθώς βολευόταν στη σκευρωμένη πολυθρόνα της. Εγώ χαμήλωσα την ένταση της τηλεόρασης και γύρισα προς το μέρος της.
- Πώς νιώθεις;
- Ε στεναχωρήθηκα, αλλά 'ντάξει μωρέ, τώρα στα τελευταία του ήταν χάλια ο καημένος.
- Καλά, εξήντα χρονών δεν είναι ο θείος;
- Σχεδόν εβδομήντα.
- Και τι θα γίνει τώρα;
- Δεν ξέρω, θα δούμε.
Το βράδυ μας έπιασε με τον πατέρα μια λιγούρα και τα τσακίσαμε όλα, και τα γλυκά και τ' αλμυρά.

Indifferent

Lonely. Lonesome. Alone.
What difference does it make?
It's 11:20 in the night
and there's coffee in my cup.

Alone Lonesome Lonely:
What'd I do?
Call a friend and fake some interest
in exchange for company?
Ask for sympathy, maybe?
Won't work.

Lonely Alone Lonesome:
I like it that way;
sounds more romantic than it is.
I go places. I do.
Places where people drink and dance;
that's where the longest distance is.

Lonesome Lonely Alone:
In my bubble, with people all around.
In my invisible castle
super huge
super tiny
what difference does it make?

Can't take them away

They cannot take away the songs,
the smell of sleep
or the secret beach we called our own.

The records are safe,
those afternoons too;
they cannot take away the breeze.

Some pretty, naked body
ain't ever gonna change
the mystic way our bodies matched.

No one's ever gonna take
the late coffees, the stories
and the stars.

They cannot take these things from us.
I won't let anyone take these away;
not even you.

Something good

Some weak hope there's a future
is all we got.
What we need is
somehing good
just to get us rolling,
to get us off track.
Not on track; no more tracks, please.
Let's take it from the top:
Good things to build on,
new things to trust our hopes upon
and fail, maybe.
It's terrifying.
Scary as the abyss but it's all we got now.
No more makin' way with past models
and used motifs.
Steady as a slackline but it's what we need:
something new.
Something good.

A losers' club of two is a winners' club

When all interest is lost and days are all the same
you should look for others' glow to feed on.
And when all you've built seems shaky and all you believed in feels unsure,
glitter begs to suffice.
But real shine hides in average, rarely visible.
Suddenly it's there and
though not much, it seems enough to hold on to.
It's there and you don't really know
what to do with it, but you're happy.
Lost and lonely but there's two of you.
You're happy as you should;
a losers' club of two is a winners' club!

Arthur and Anne

They wake up every morning
playing games.
They fall asleep together too.
Arthur and Anne.
Whenever I walk past their place
I look up and see
the front room light on.
I see the front room light on and I think
"Anne may be out, but Arthur's definitely there".
He always stays at home, waiting;
walking around
kitchen to bedroom,
lying on the couch or
staring out the window
till Anne comes back.
And they sit together
and she tells him about her day
while she undresses
and he asks for nothing more.
Neither does she.
And sometimes they 're cold or hungry
and there are days they feel lost and scared
but they have each other.
Arthur and Anne.
Archie and Annie.
They get by just fine the two of them;
with loads of filter coffee and a lot of meows.

Σιωπή κρυστάλλινη

Μια μέρα καθώς περνάω, θα κοιτάξω πάνω.
Θα κοιτάξω πάνω όπως πάντα απ' όταν μετακόμισες εδώ.

Μια μέρα καθώς περνάω, θα κοιτάξω πάνω,
στο σκοτεινό σου μπαλκόνι,
στο στενό σου παράθυρο
και θα 'σαι εκεί
χαμογελαστή,
σα να γύρισε ο χρόνος πίσω,
σα να μη συνέβη τίποτα.

Τώρα χαμογελάς; Εννοώ αληθινά,
όχι καθημερινά όπως κάνεις πάντα.
Μπορείς να κοιμηθείς;
Βρίσκεις θάρρος να ξυπνάς;
Δεν ξέρω.
Το παράθυρο κλειστό,
το μπαλκόνι σκοτεινό,
κρυστάλλινη σιωπή
στο φθινοπωρινό κρύο
κι εγώ απλά περνάω.

Μια μέρα καθώς περνάω
θα μου σφυρίξεις καλημέρα.
Θα κοιτάξω πάνω
και θα φωτίζεις το μπαλκόνι χαμογελώντας,
αληθινά και καθημερινά,
όπως πάντα.

Όταν τελειώνουν τα πατατάκια στα βαρετά πάρτυ

σκέφτομαι
τον ζωγράφο – πρωταθλητή περιπτερόμπυρας
που σχεδίαζε βιτρό για εκκλησίες,
τον σκοτεινό ποιητή
που μελετούσε τ’ αγάλματα στο Λούβρο,
τον πλακατζή παοκτσή
με όσκαρ αγαρμποσύνης,
τον χασικλή λαουτιέρη
με τις αστρικές προβολές του,
τον τελειομανή δάσκαλο – συνθέτη
με τις αϋπνίες,
τον κιθαρίστα – φυσικό και κάφρο εκ φύσεως
με την πομάδα στο μαλλί,
τον μελαμψό σκιτσογράφο – ιστορικό
και ιστορικό ξερόλα,
τον ψηλέα τον Γκούφυ
τον καταθλιπτικό,
την ψυχοπαθή βιτσιόζα φεμινίστρια,
το παιδί που κάνει και πέτρα να γελάσει,
και την ηθοποιό – ξωτικό απ’ την Κοζάνη.
Αχ, ας ήταν κάποιος απ’ αυτούς εδώ...

Η μάγισσα

Μια μάγισσα με κέρναγε καφέ
στην πόλη των βροχών.
Είχε μάτια μελιά
και ήξερε τα πάντα.
Εγώ της έγραφα σιντί
κι εκείνη ετοίμαζε σερμπέτια.
Έλιωνε κουβερτούρα, μετάγγιζε λικέρ
και μου 'λεγε ιστορίες.

Ένα βράδυ μ' άφησε
να την κοιτάω να κλαίει.
Με κέρασε λίγο κονιάκ
κι έπιασε μετά να σφουγγαρίζει.
Μου είπε για το Τώρα
και μερικές άλλες σοφίες γι' αργότερα.

Την τελευταία μου μερα εκεί
- πάνε πια χρόνια -
κι αφού είχαμε πει αντίο,
με σταμάτησε στη στριφογυριστή σκάλα
και μου 'πε πως θα τα καταφέρω.

Το μεγαλύτερο πάρτυ

Μουσική θα παίζει δυνατά
θα ρέει άφθονο το αλκοόλ
- το καλύτερο πάρτυ!
Σου λέω,
τη μέρα που θα καταλάβουμε τις γυναίκες
θα κάνουμε το μεγαλύτερο,
το καλύτερο,
το πιο σπουδαίο πάρτυ.
Ή μάλλον,
ίσως και να 'ναι το χειρότερο...
θα 'μαστε μόνο άντρες.

Μίστερ Χάι-Χατ

Τυφλώθηκα
απ' τις προσπάθειές σου να λάμψεις
και δε μπορούσα πια να σε διακρίνω.
Κουφάθηκα
απ' τις φωνές σου: κρωξίματα παγωνιού
- υπόκωφες κραυγές βοήθειας.
Κουφάθηκα και δεν άκουγα πια
αν είχες τίποτα να πεις.
Μ' άρεσε να στέκομαι δίπλα σου
αλλά μ' ήθελες γύρω σου.

Τώρα σε βλέπω μόνο έξω.
Δε με χαιρετάς,
έχεις σημαντικά μέρη να πας,
ασήμαντων ποτήρια να τσουγκρίσεις.
Να νιώσεις ένας απ' αυτούς
αλλά καλύτερος, μοναδικός.
Και είσαι, το ξέρω, μοναδικός
στα κρωξίματα
και κυρίως
στις υπόκωφες κραυγές βοήθειας.