Το μπλουζ του φλερταδόρου

Αυτή τη στιγμή,
ανάμεσα στα μπίτια και τη μασχαλίλα,
στα φθηνά ποτά
λίγο πάγο - λίγο στάχτη,
λίγο χορό και λίγο μόστρα,
αυτή τη στιγμή,
που οι γυμνοί σου ώμοι υπόσχονται
και παραπάνω γύμνια,
που σκύβεις και μ' ουρλιάζεις στο αυτί
μισόκρυφες προσκλήσεις,
τα χείλη σου
χαϊδεύουν κατά λάθος το αυτί μου.
Τη στιγμή αυτή,
που το τσιγάρο σου με πνίγει,
τρακάρω κι εγώ κι ας μην καπνίζω
και για λίγη ώρα
αυτί με στόμα
αυτί με στόμα
ότι κι αν πω μου βγαίνει ωραίο.
Αυτήν εδώ μόνο τη στιγμή,
ανάμεσα στα σειόμενα ντουβάρια,
στα συρόμενα ποδάρια
και τους προκλητικούς γοφούς,
είσαι ο,τι πιο όμορφο έχω δει.
Αμέσως δε αναρωτιέμαι,
τι νόημα έχουν όλα αυτά;

Αδράττοντας

Όταν πια βαρέθηκε στο κρεβάτι, σηκώθηκε να πλυθεί. Ας χτυπήσω έναν φραπέ πρώτα, σκέφτηκε. Ή μάλλον έναν καφέ. Έτσι τον λένε το φραπέ οι καθώς πρέπει άνθρωποι. Οι καθωσπρεπειανοί. Καθωσπρεπειανοί καθωσπρεπειανοί της μαμάς σας το μουνί, σκέφτηκε αόριστα υπο την υπόκρουση του σέικερ. Σύρθηκε ως τον καναπέ κι έμεινε εκεί ως το βράδυ.

Σαν σε ποστ-ιτ #2

Κι εκείνες τις στιγμές, τις στιγμές της προηγούμενης ζωής μας, της σάπιας και μελαγχολικής, αυτές που έρχονται που και που και μας ενοχλούν (μας γαργαλούν), θα τις αντιμετωπίζουμε με οίκτο (και με λίγη ένοχη νοσταλγία).

Ληγμένα κι αμαγείρευτα

Το σπίτι μου είναι νεκροταφείο
ιδεών κι ευκαιριών.
Ανάμεσα στις ταφόπλακες φυτρώνουν
σκουπιδάκια κι αναβλητικότητα
ανθίζουνε ψιλά, αναπτήρες, τεμπελιά.

Και είναι και καταψύκτης το σπίτι μου.
Μισοτελειωμένες ζωγραφιές
αδιάβαστα λογοτεχνήματα κι αμαγείρευτα
τραγούδια και ποιήματα
παγώνουνε χειμώνα-καλοκαίρι
κι εγώ απλά τα παραμερίζω.
Δε χωράμε να περάσουμε πια εδώ μέσα.

Σαν σε ποστ-ιτ

Πόσο διαφορετικές θα ήταν οι σχέσεις των ανθρώπων αν μπορούσε να καταργηθεί η έννοια του χρόνου; Το τρομακτικό και πολυπόθητο «για πάντα» θα ήταν ταυτόσημο με το τώρα.

Απ' έξω τέλεια

 Κάθε μέρα που γυρνούσε απ’ το σχολείο, τον έβρισκε να κοιτάει το παλιό νεοκλασικό. Απλώς ακουμπούσε σ’ ένα δέντρο – είχε ακόμα δέντρα η γειτονιά της τότε – κι αγνάντευε το όμορφο σπίτι. Πέρασε μια βδομάδα και μετά άλλη μια κι όσο το φθινόπωρο έμπαινε για τα καλά, η περιέργειά της σχετικά με την παρουσία του εκεί μεγάλωνε. Ένα μεσημέρι γυρνώντας σπίτι, πέρασε από δίπλα του.

- Υπέροχη δεν είναι;
- Ποια; Είπε αυτός με απορία.
- Η Έμμα! Έτσι λέμε αυτό το σπίτι με τον μπαμπά μου. Το βαφτίσαμε έτσι γιατί τα παντζούρια του είναι κόκκινα σαν το αίμα!
Τότε εκείνος γέλασε αργόσυρτα και ήρεμα.
- Κάπως μακάβρια ιδέα, μα ναι, δεν έχεις άδικο μικρή μου, είναι υπέροχη!
- Κι από μέσα πρέπει να ‘ναι πανέμορφη, ε;
- Μμμ... δεν είμαι σίγουρος.
- Τι εννοείτε; Δεν έχετε μπει μέσα;
- Ποτέ.
- Μα, τόσο καιρό... όλες αυτές τις μέρες που σας βλέπω να την κοιτάτε, νόμιζα...
- Δεν έχω μπει σ’ αυτό το σπίτι και ούτε θα το επιχειρήσω.
- Μα γιατί; Το βλέμμα σας όταν κοιτάτε αυτό το σπίτι... Δε θέλετε να την δείτε από μέσα;
- Ω θέλω, πολύ!
- Τότε;
- Προτιμώ να κάθομαι να την κοιτάζω απ’ έξω, που είναι τέλεια.

Ταξί

 Στο τσακ το πρόλαβε το ταξί ο κύριος Σπύρος. Μεσημεριάτικα βόλτα στην αγορά, το 'ξερε πως δεν ήταν καλή ιδέα. Έφυγε και το αστικό πριν δυο λεπτά και τώρα είχε να μπλέκει και με τους ταρίφες. Άνοιξε πόρτα, έσκυψε, μπήκε με τον κώλο, έκατσε και έκλεισε την πόρτα με αξιοθαύμαστη ταχύτητα, κι όλα αυτά όσο ο ταξιτζής άναβε τη μηχανή για να φύγει απ' την πιάτσα.
 Όσο ο κυρ Σπύρος έβαζε τη ζώνη του, τακούνια ακούστηκαν στο πεζοδρόμιο κι ένα χέρι άνοιξε την πίσω πόρτα του ταξί. Μια κυρία που κρατούσε αναρίθμητες σακούλες με ψώνια πήγε να μπει μέσα κι εκεί ήταν που ο ταξιτζής τα πήρε άσχημα: "Πού πάτε κυρία μου; Δε βλέπετε πως είμαι κατειλημμένος; Πώς μπαίνετε έτσι μέσα; Ποια νομίζετε πως είστε;". Η κυρία με τις σακούλες σάστισε. "Μα..." πήγε να ψελλίσει, αλλά ο ταξιτζής την έκοψε, είχε ρέντα. "Δεν έχει μα και μου, σας παρακαλώ πολύ να κατεβείτε αμέσως. Ο κύριος μπήκε πρώτος κι αυτόν είμαι υποχρεωμένος να εξυπηρετήσω. Και τέλος πάντων δικό μου είναι το ταξί, εγώ λέω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Βγείτε έξω!".
 Η κυρία είχε μείνει πραγματικά άναυδη. Σύρθηκε έξω απ' το ταξί παίρνοντας μαζί και τις σακούλες της. Ο ταξιτζής έβαλε μπρος και ξεκίνησε. "Ανάγωγοι άνθρωποι, κύριε μου. Αυτοί την έχουν καταντήσει έτσι την Ελλαδίτσα μας. Αυτή τώρα, που ήθελε να αποκαλείται και κυρία, ήταν τρομερά αγενής και αναιδής, δε νομίζετε;". Κι ο κυρ Σπύρος που παρακολουθούσε τόση ώρα σιωπηλός, λέει: "Έχετε απόλυτο δίκιο. Τι να πω κι εγώ που την παντρεύτηκα;".

Καρεκλοπόδαρα

 Για την κυρία με το δωδεκάποντο, το βρεγμένο πλακόστρωτο μοιάζει με λιβάδι στρωμένο μπανανόφλουδες. Μια ατσαλάκωτη δεσποινίς γλιστράει και πέφτει με τον κώλο μα αμέσως σηκώνεται με χάρη, σαν να 'ταν μέρος χορογραφίας. Λίγο παρακάτω, ένας Πακιστανός τραβάει ένα παπούτσι δεμένο μ' ένα άλλο παπούτσι δεμένο μ' ένα άλλο παπούτσι και τα στριμώχνει σε μια σκουπιδοσακούλα, ενώ ο διπλανός του βγάζει από άλλη σακούλα κάτι ομπρέλες και ξεκινάει σκληροπυρηνικό παζάρι με περαστικούς που βρέχονται.
 Κάποιοι βιάζονται, άλλοι το απολαμβάνουν. Σ' άλλους μοιάζει ρομαντικό όλο αυτό και φαντασιώνονται αόριστα ένα τερατώδες συνονθύλευμα θλιμμένου κλόουν με μπερέ και ψωμί μπαγκέτα υπό μάλης να παίζει παριζιάνικους σκοπούς στο ακορντεόν. Ένας οδηγός σχεδιάζει μεγαλόφωνα τι θα κάνει στο Χριστό και την Παναγία του μπροστινού, που δε λέει να προχωρήσει. Η κοπελίτσα που δουλεύει στο αρωματοπωλείο για τρεις κι εξήντα το 'χει πάρει πατριωτικά και ψεκάζει αρώματα τους πανικόβλητους περαστικούς. Μαμάδες σέρνουν βιαστικά στις λάσπες τα παιδιά τους, που δε θέλουν να σταματήσουν το παιχνίδι. Τα περιστέρια έχουν κουρνιάσει σε στεγνές γωνιές και "σημαδεύουν" τους από κάτω και στη γειτονιά αναδύεται μια μυρωδιά βρεμένης βρωμόγατας.

Περνάν από μπροστά μου

 Οι γιαγιάδες με τα κροκς, οι γύφτισσες με τα συνολάκια λαϊκής, οι ατσαλάκωτες με τα ατσαλάκωτα χαμόγελα, αυτές με τα ψεύτικα νύχια κι αυτές με τις ψεύτικες υποσχέσεις, όλα τα χρυσά πέδιλα και τα ρολόγια προσφοράς, οι ηλιοκαμμένες με τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια κι αυτές με το καινούργιο μαγιό στη σακούλα H&M... Οι ποδηλάτισσες, οι καθαρίστριες, οι μπαργούμεν, οι νουμεράκι βόνταφον, κλακ κλακ τα τακούνια στο πεζοδρόμιο, πορτοκάλια διαίτης έχετε; Μ' αυτό το αντιηλιακό θα μαυρίσω; Τι εννοείς δε δέχονται σκυλιά μέσα στο κτελ;! Και οι λεπτές και οι χοντρές, όλες οι ξανθιές, οι εντυπωσιακές, οι καθηλωτικές, αυτές με τα υπνωτιστικά βλέμματα ή κι εκείνες με τα σχόλια αμφίσημων προθέσεων... Το φωσφοριζέ τιραντάκι με τον λεκκέ παγωτού, οι φούστες οι μελετημένες στο χρώμα και το μάκρος, τα ψηλά σορτσάκια που κάνουν πως δεν ξέρουν, είναι όλα τους ένα ξεπεσμένο αστικό υποκατάστατο μιας πετσέτας ριγμένης στην άμμο και της αλμύρας στα χείλη εκείνης.

Έλα

Έλα για ένα τριήμερο στο δεύτερο πόδι,
ή τουλάχιστον για ένα βράδυ με μια μπύρα στο πόδι.
Να σε βαρέσει, να γελάς, να με τραβολογάς, να σε κουβαλάω.
Έλα ένα γκρίζο απόγευμα κι έξω να ρίχνει βρόχα,
ή για φρέντο εσπρέσσο στη φαλακρή πλατεία με
το κουτσουλημένο άγαλμα.
Έλα να σε πάω να ακούσουμε πάλι χορωδίες από τζιτζίκια
ή για αντικατοπτρισμούς στον ακίνητο καύσωνα της πόλης.
Έλα για ένα νυχτερινό αραχτό τσιγάρο
λίγο ένοχο σαν όταν ήμασταν παιδιά.
Έλα για μια βόλτα με τ' αμάξι,
έχω να δω τη θάλασσα από τότε.
Έλα, για μια μπουνιά κι ένα φιλάκι.
Στην τελική, έλα απόρριψέ με ξανά,
πριν πεθάνω από πλήξη.

Προτελευταία "αντίο"

Πέρα από τις φτέρνες απ' τα μαύρα παπουτσάκια,
τις λεπτές γυαλιστερές σου γάμπες,
το λουλουδέ φορεματάκι που ανεμίζει,
τη γραμμή της πλάτης σου, που τη μισομαντεύω
και τις μπούκλες-ελατήρια που κρέμονται ως τους ώμους,
πέρα απ' αυτά,
είναι χάλια να σε κοιτάω να φεύγεις.

Πρόποση ΙΙΙ

Στη φιλία για τη φιλία.
Να 'ναι έτσι, απλό.
Στο σωστό
στο καλύτερο
στον εναγκαλισμό του λάθους
στο φόβο.

Νοσταλγικά σλάιντ σόουζ
να τρέχουν πίσω απ' τα μάτια μας
και στα όνειρά μας
να βλέπουμε μπροστά.

Στο εκάστοτε παρόν μας.
Να μας ταιριάζει και να ταιριάζει,
να συγχρονίζεται με τα παρόντα άλλων.
Στο κοινό μέλλον, μέσω
της φιλίας για τη φιλία.
Να 'ναι τόσο απλό.



(Επίσης: Πρόποση Ι και Πρόποση ΙΙ)

Δυο παράλληλες γραμμές

 Και γαμούσε, γαμούσε, γαμούσε και τη λύση δεν την έβρισκε. Δεν την έβρισκε. Και συνέχιζε να γαμάει μήπως και τη βρει έτσι τυχαία.
 Και πηδιόταν, πηδιόταν, πηδιόταν και δεν έβρισκε αγκαλιά μετά και συνέχιζε να γδύνεται σε άγνωστες κρεβατοκάμαρες και να πηδιέται και ηρεμία δεν έβρισκε.
 Κι έτσι ποτέ δε βρεθήκανε, να κάνουνε έρωτα, να ησυχάσουν.

Αναρωτιέμαι

Δύο πράγματα. Πρώτον τι να κάνεις και δεύτερον γιατί θέλω να ξέρω το πρώτο.

Crash test dummy

I don't seek pain.
And I don't like it either.
I just stopped trying to avoid it.
I leave myself unprotected
and exposed to any imminent pain,
just to see what 'll happen.
I'm my own crash test dummy.

Το ρολόι που 'θελε να δείχνει καλοκαίρι

 Από το καλοκαίρι ακόμα, το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας έχει απομείνει να δείχνει μια ώρα μπροστά. Μετά από τόσους μήνες, δε μπορώ να πω πως από βαρεμάρα δεν τ’ αλλάζω. Αυτό ίσως να ίσχυε τις πρώτες μέρες απ’ όταν χειμώνιασε κι άλλαξε η ώρα.
 Ένα βράδυ καθόμουν και το κοιτούσα. Έδειχε περίπου τρεις κι ήταν ακόμη νωρίς. Σε λίγο, σκέφτηκα, δε θα χρειάζεται να το γυρίσω. Τόσο καιρό τ’ αφήνω. Σε λίγο ο χειμώνας θα περάσει, ο χρόνος θα έρθει και θα συντονιστεί. Θα τρέχει πάλι μαζί με το ρολόι της κουζίνας. Όλα θα δουλεύουν, θα κυλάνε σωστά. Ο παγωμένος χρόνος του χειμώνα θα ρέει πάλι κανονικά. Ευνοϊκά ίσως. Ίσως σαν καλοκαίρι.

Συναισθηματικός αφυγραντήρας

 Ξύπνησα και κρύωνα. Κόντευε καλοκαίρι κι εγώ κρύωνα από την υγρασία. Τόση πολλή και τόσο πηχτή που ξυπνάω και τη νιώθω μέσα μου και θέλω να πάω στην τουαλέτα να ξεράσω για να φύγει, αλλά δεν έχει νόημα γιατί δεν είναι στο στομάχι μου, είναι στα κόκκαλά μου μέσα. Σηκώθηκα τρίζοντας σα γέρος και σύρθηκα ως τον καναπέ. Έκατσα για λίγο εκεί, αφαιρώντας τσίμπλες και προσπαθώντας να ξυπνήσω. Σκέφτηκα πως αν ερχόσουν ποτέ ξανά στη μικρή μου σπηλιά, θα ρουφούσες όλη την υγρασία. Η ατμόσφαιρα θα ελάφραινε και πάλι. Μετά συνειδητοποίησα πόσο θλιβερό κι απαίσιο είναι να σε βλέπω σαν αφυγραντήρα. Τον προσωπικό μου συναισθηματικό αφυγραντήρα. Μα ήδη, στον απόηχο αυτή της σκέψης, πληκτρολογούσα ξανά τον αριθμό σου.

Το καινούργιο παντελόνι (Οι Αζτέκοι έφταιγαν για όλα)

Τι να ‘κανε; Πήγε κι αυτός να πάρει καινούργιο παντελόνι, γιατί τον κοίταζαν λίγο λοξά στη δουλειά. Ένας φίλος του ‘πε διακριτικά πως ίσως χρειάζεται να πάει για ψώνια και το πήρε το μήνυμα. Δεν ήταν πως ο Στέφανος φορούσε τίποτα σκισμένα ή κάτι τέτοιο, απλά φαινόταν κάπως...αφρόντιστος για το προφίλ της εταιρείας. Του την έσπαγε που εκτός απ’ όλα τ’ άλλα που ‘χε στο κεφάλι του, έπρεπε τώρα να ασχολείται και με το τι ρούχα θα βάλει, θέμα που του περνούσε έτσι κι αλλιώς τελείως αδιάφορο. Απ’ την άλλη, τα επικριτικά βλέμματα των συναδέλφων, αυτά τα βλέμματα που έκρυβαν και λίγη λύπηση μέσα και που ήθελε να τα αποδιώξει μπουνιδόν, του κόστιζαν περισσότερο απ’ όσο ένα καινούργιο παντελόνι.
Πήγε λοιπόν σ’ ένα απ’ αυτά τα μαγαζιά με τις χαμηλές τιμές. Αυτά τα μαγαζιά που τα αντρικά ρούχα απευθύνονται πιο πολύ σε γυναίκες (τι να υποθέσουμε για τα γυναικεία;) αλλά μπορείς να βρεις παντελόνι με είκοσι ευρώ οπότε το βουλώνεις και ψάχνεις να βρεις κάτι υποφερτό να δοκιμάσεις. Δεν του πήρε και πολλή ώρα. Λίγο αργότερα επέστρεφε σπίτι με μια σακκούλα περιέχουσα το καινούργιο μαύρο παντελόνι και ένιωθε κι ευχαριστημένος. Λίγος κόσμος πηγαινοερχόταν βαριεστημένα στα πεζοδρόμια κι ο Στέφανος τους χάζευε. Μια κομμωτηριασμένη κυρία βαρούσε μαλακά μα αυστηρά μπατσάκια την κόρη της που δεν ήθελε – εδώ και ώρα μάλλον – να της πιάσει το χέρι. Ένας κρεοπώλης στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του κι έκανε τσιγάρο. Απο πάνω του ακριβώς υπήρχε και η ταμπέλα του μαγαζιού: «Εκλεκτά κρέατα – Κωνσταντίνος Χασάπης». Όνομα και πράμα, στην κυριολεξία, σκέφτηκε ο Στέφανος. Έτσι όπως ήταν ο κύριος Χασάπης, με τα αίματα στην ποδιά, έμοιαζε λες και είχε βγει από μια αιματηρή μάχη κι απολάμβανε τώρα ένα επινίκιο ξεκουραστικό τσιγάρο. Ο περιπτεράς απέναντι απλώς καθόταν μέσα στο κουτί του και τους μισούσε όλους. Ένας παππούς περνούσε το δρόμο αργά. Πολύ αργά. Με τόσο αργό βήμα που ‘χουν κάποιοι ηλικιωμένοι, ο Στέφανος πάντα σκεφτόταν πόσο ελεύθερο χρόνο πρέπει να ‘χαν. Αυτός ο παππούς μπορεί να πήγαινε τώρα να φάει κάπου έξω και να ‘χε ξεκινήσει απ’ το σπίτι του στις δέκα το πρωί. Τώρα περνούσε το δρόμο με υπερπροσπάθεια χελώνας-μαραθωνοδρόμου. Όλα κυλούσαν κανονικά στην πόλη κι ο Στέφανος ήταν ακόμα ένας αργόσχολος που τριγυρνούσε στο κέντρο. Είχε πάντως καινούργιο παντελόνι.

Ο Τάσος, ένας μελαγχολικός πιτσαδόρος (υπάρχουν ντελιβεράδες που δεν είναι μελαγχολικοί;) περνούσε τον κατηφορικό δρομάκο και τα μάτια του κλείνανε γιατί είχε μείνει ξάγρυπνος όλο το προηγούμενο βράδυ παίζοντας ένα παιχνίδι στρατηγικής στον υπολογιστή. Όλος ο πολιτισμός των Αζτέκων, όπως τον είχε γνωρίσει, τον είχε κυριεύσει και τον είχε εξελίξει το προηγούμενο βράδυ, περνούσε από το μυαλό του όσο αυτός αργά αργά έκλεινε τα μάτια του. Στρατιώτες, η οικονομία του κράτους, οι διαπραγματεύσεις με τους αντίπαλους λαούς, τα cheats, ο πόλεμος με το ναυτικό (είχαν οι Αζτέκοι ναυτικό;), ο πόλεμος με τα υπερεξελιγμένα αεροπλάνα των Μογγόλων το 2035, γυμνόστηθες θεότητες, σφαίρες, θυσίες, εκτελέσεις, κάτσε ρε θα τον σκοτώσεις τον άνθρωπο
ε;
Ενστικτωδώς ο Τάσος άνοιξε τα μάτια και πρόλαβε μόνο να φωνάξει σαστισμένος καθώ το μηχανάκι του χτυπούσε τον παππού και τον εκτόξευε πέντε μέτρα πιο πέρα. Το μηχανάκι ανατράπηκε, ο Τάσος προσγειώθηκε σ’ έναν θάμνο και πίτσες απλώθηκαν σ’ όλη τη διάβαση, την άσφαλτο και το πεζοδρόμιο. Η μαγκούρα του παππού έφυγε από τα χέρια του την ώρα που και ο ίδιος βρισκόταν στον αέρα και προσγειώθηκε στη γυάλινη πρόσοψη του διπλανού καφέ («café Thomas»). Έγινε θρίψαλα αμέσως και όλοι οι πελάτες γύρισαν σοκαρισμένοι τα κεφάλια τους προς τα ‘κει σαν σε χορευτικό. Πέρασαν δυο τρια τεράστια δευτερόλεπτα σιωπής. Όλοι τριγύρω είχαν παγώσει. Όταν τελείωσε αυτή η μικρή παύση του σοκ, η κομμωτηριασμένη κυρία έδωσε μια γερή στον πισινό της κόρης της και την απομάκρυνε βιαστικά. Ο χασάπης ρούφηξε το μισό τσιγάρο μονοκοπανιά, πέταξε το υπόλοιπο στο πεζοδρόμιο κι έτρεξε προς τον γέρο. Ο περιπτεράς γαμωσταύρησε την τύχη του, που για κάποιο λόγο δεν του φαινόταν καλή εκείνη τη στιγμή και σήκωσε το ακουστικό να καλέσει το 166. Ο Στέφανος πρώτος απ’ όλους πετάχτηκε από τη θέση του κι έτρεξε προς τον παππού.
Κι ήταν κι ένας ακόμα. Ο ιδιοκτήτης του café Thomas, ο κυρ Θωμάς (πρωτότυπο, ε;) είχε σταθεί στην πόρτα έτοιμος για τσαμπουκά μέχρι τελικής πτώσεως. Είχε εκείνη τη φοβερή αμηχανία που ‘χει κάποιος όταν είναι έξαλλος αλλά δεν είναι σίγουρος σε ποιόν πρέπει να ρίξει την ευθύνη και σε ποιόν να ξεσπάσει. Είχε μπερδευτεί. Επιθεώρησε τη σκηνή για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα και τελικά αποφάσισε πως έφταιγε ο ντελιβεράς. Πήγε λοιπόν κι άρπαξε απ’ τον γιακά τον Τάσο, και τον σήκωσε απότομα, όσο αυτός έτριβε το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. «Τι έκανες ρε μαλακισμένο; Τι έκανες ρε κωλόπαιδο;» του φώναζε εκτοξεύοντας σάλια στη μούρη του. Ήρθαν τότε οι αναμενώμενοι κομπάρσοι που έτυχε να περπατάνε εκεί εκείνη την ώρα λες κι ήταν μόνο για να χωρίσουν το μικρό από τον τσαμπουκαλεμένο κυρ Θωμά, που εκείνη τη στιγμή τον πήγαινε πέρα-δώθε από το γιακά.
Χασάπης και Στέφανος ανασήκωσαν τον παππού που όλως παραδόξως δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του και προσπαθούσαν να καταλάβουν αν είχε χτυπήσει σοβαρά. Ο καημένος ο γέρος είχε πάθει σοκ και δε μπορούσε να μιλήσει. Παραδίπλα ο Τάσος είχε σηκωθεί και πάσχιζε να δώσει εξηγήσεις στον μαγαζάτορα, χωρίς να ξέρει καλά καλά γιατί. Αυτός, ανάμεσα στους κομπάρσους που τον απομακρύνανε, φώναζε πως θα φωνάξει τους μπάτσους. Μετά από λίγο και χωρίς να σταματάει να φωνάζει, μπήκε πάλι στο μαγαζί του, περνώντας μέσα από τη σπασμένη βιτρίνα και πατώντας πάνω σε σπασμένα γυαλιά.
«Πω ρε πούστη τι μαλακία έκανα» είπε ο Τάσος σκυμμένος πάνω απ’ τον κοκκαλομένο γέρο κι απευθυνόμενος στον Στέφανο, που αισθάνθηκε πως θα τον καταλάβαινε περισσότερο απ’ όλους. «Είναι καλά ο γέρος; Τι να κάνω;» «Καλά είναι, σήκω φύγε. Κάλεσε ο περιπτεράς ασθενοφόρο». «Δεν το ‘θελα ρε φίλε, δεν το ‘κανα επίτηδες, δε φταίω!» «Καταρχάς φταις, μη λέμε μαλακίες τώρα. Σήκω φύγε γρήγορα γιατί αν όντως ο άλλος ο μαλάκας φώναξε τους μπάτσους θα σου πρήξουν τα αρχίδια».
Όση ώρα μιλούσαν, ο Χασάπης έκανε χοντροκομμένες απόπειρες επικοινωνίας με τον παππού. «Θείο!» φώναζε, «ρε θείο!» ξαναφώναζε και τον σκουντούσε. Ούτε που άκουγε τι λέγανε οι άλλοι. Ο Τάσος πήγε σήκωσε το μηχανάκι, μάζεψε και το κουτί για τις πίτσες, παραλίγο να γλιστρήσει πατώντας ένα κομμάτι που ‘χε πέσει εκεί παρά δίπλα, καβάλησε τη μηχανή και έβαλε μπρος να φύγει. Η φασαρία της εξάτμισης μπλέχτηκε με τους ήχους του ασθενοφόρου που εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή στην άλλη άκρη του δρόμου. Όσο ο Τάσος απομακρυνόταν, κι ενώ μέσα του αναθεμάτιζε τους καταραμένους τους Αζτέκους, βγήκε πάλι τρέχοντας απο το μαγαζί ο κυρ Θωμάς. «Ε! Που πάει αυτός ρε; Καλά ρε μαλάκες, τον αφήσατε να φύγει;» φώναζε, αλλά οι κομπάρσοι είχαν φύγει, ο Στέφανος κι ο κύριος Χασάπης ο χασάπης βοηθούσαν στο ασθενοφόρο κι ο περιπτεράς είχε σταματήσει εδώ και ώρα να δίνει σημασία. Μπήκε πάλι στην καφετέρια φουριόζος εξαπολύοντας βρισιές, απειλές και νταϊλίκια προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Τι άλλο θα δούμε σήμερα...» είπε ο Κωνσταντίνος Χασάπης και σκούπισε τα χέρια του στην – απο πριν, μην τρομάζετε – ματωμένη ποδιά του, μάλλον από συνήθεια. Έφυγε κι αυτός για το μαγαζί του κι ο Στέφανος έμεινε μόνος. Ξαφνικά είχε επικρατήσει φοβερή ησυχία. Αν εξαιρούσες τη σπασμένη τζαμαρία και τα κομμάτια πίτσας στο δρόμο, όλα ήταν όπως πριν. Προσπάθησε να κάνει ένα ριστάρτ τις σκέψεις του για να επιστρέψει στην πραγματικότητα. Εκείνη την ώρα ήρθαν και οι μπάτσοι (σε κάτι τέτοια οι μπάτσοι φτάνουν πάντα τελευταίοι) κι αυτός σηκώθηκε να φύγει γιατί δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει μαζί τους, ούτε να τον έχει για μάρτυρα αυτός ο μαλάκας ο Θωμάς.
Πήρε λοιπόν πάλι το δρόμο προς το σπίτι, όταν ξαφνικά θυμήθηκε κάτι. Το παντελόνι. Πού ήταν η σακκούλα με το καινούργιο του παντελόνι; Θυμήθηκε πως την είχε πετάξει παράμερα όταν έτρεξε προς τον εκτοξευόμενο γέρο. Κοίταξε τριγύρω, στους θάμνους, στο πεζοδρόμιο, στο δρόμο, τίποτα. «Γαμώ την πουτάνα μου» αναστέναξε θυμωμένος και με κάποια κούραση και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι, είκοσι ευρώ φτωχότερος και χωρίς καινούργιο παντελόνι.

Κυριακή στο χωριό

Της πουτάνας έγινε. Έφυγε το ‘να το πόδι από την ψησταριά, φύγαν και τα κρέατα και τα κάρβουνα κύλησαν όλα πάνω στον παππού. Ο παππούς είχε πάθει εγκεφαλικό πριν χρόνια κι ούτε να μιλήσει μπορούσε ούτε να κουνηθεί πολύ πολύ. Τον είχαμε βάλει δίπλα στη φωτιά να την κοιτάει και να χαίρεται. Πέσανε τα κάρβουνα πάνω του κι ούτε να φωνάξει μπορούσε, ούτε τίποτα. Καθόταν μόνο και καιγόταν. Λίγο ακόμα και θα τρώγαμε παππού στα κάρβουνα! Φωνές οι θείες, οδηγίες οι μπαμπάδες, πετάξαμε και τα λουκάνικα, άσε, της πουτάνας έγινε.

"Τρελόμουνα"

 Γελούσανε πολύ. Κάτι σφηνάκια πίνανε τώρα και τον είχαν κεράσει κι αυτόν ένα. Το μπαρ άδειαζε σιγά σιγά κι αυτές δε λέγανε να φύγουν. Αυτός ευδιάθετος, λαμπερός, καθόταν δίπλα τους κι έλεγε έξυπνα κι αστεία πράγματα. Ήταν ο τύπος που πάντα έβρισκε κάποιο έξυπνο ή αστείο πράγμα να πει. Εγώ καθόμουν, τους κοιτούσα, σκεφτόμουν. Κάποια στιγμή σηκώνεται κι έρχεται ξανά σε 'μενα. Τσουγκράει το ποτήρι μου κι αναστενάζει κουρασμένα. "Πώς πάει;" του λέω. "Πώς να πάει...τρελόμουνα". "Κι εγώ", του απαντάω και ξαναφεύγει.
 Οι φωνές και τα γέλια τους ανταγωνίζονταν σε ντεσιμπέλ τη μουσική του μαγαζιού. Εγώ πάλι είχα αρχίσει να βαριέμαι κι εδώ που τα λέμε είχα αρχίσει να σουρώνω και λίγο. Ήταν αυτή η θολή σούρα που σου φέρνει νύστα.
- Θα γίνει τίποτα ρε ή τζάμπα καθόμαστε;
- Τι να γίνει ρε μαλάκα, η μια έχει γκόμενο χίλια χρόνια, η άλλη σε λίγο παντρεύεται...
- Και η μικρή; Ωραία είναι και η μικρή ρε...
- Πλάκα κάνεις ρε; 18 χρονών είναι, θα μας βάλουν φυλακή!
 Έπνιξε ένα ειρωνικό γέλιο μέσα στο σφηνάκι του και μείναμε για λίγο και οι δυο σιωπηλοί.
...
- Ε και τι κάθονται τότε ρε μαλάκα, μου λες; Τι κάθονται και σου μιλάνε και γελάτε και κερνιέστε;
- Τι να σου πω ρε φίλε, είναι τρελές οι γυναίκες.
- Κι εσύ τι κάθεσαι;
- Και γιατί να μην κάτσω ρε, μαλάκας είμαι;