"Τρελόμουνα"

 Γελούσανε πολύ. Κάτι σφηνάκια πίνανε τώρα και τον είχαν κεράσει κι αυτόν ένα. Το μπαρ άδειαζε σιγά σιγά κι αυτές δε λέγανε να φύγουν. Αυτός ευδιάθετος, λαμπερός, καθόταν δίπλα τους κι έλεγε έξυπνα κι αστεία πράγματα. Ήταν ο τύπος που πάντα έβρισκε κάποιο έξυπνο ή αστείο πράγμα να πει. Εγώ καθόμουν, τους κοιτούσα, σκεφτόμουν. Κάποια στιγμή σηκώνεται κι έρχεται ξανά σε 'μενα. Τσουγκράει το ποτήρι μου κι αναστενάζει κουρασμένα. "Πώς πάει;" του λέω. "Πώς να πάει...τρελόμουνα". "Κι εγώ", του απαντάω και ξαναφεύγει.
 Οι φωνές και τα γέλια τους ανταγωνίζονταν σε ντεσιμπέλ τη μουσική του μαγαζιού. Εγώ πάλι είχα αρχίσει να βαριέμαι κι εδώ που τα λέμε είχα αρχίσει να σουρώνω και λίγο. Ήταν αυτή η θολή σούρα που σου φέρνει νύστα.
- Θα γίνει τίποτα ρε ή τζάμπα καθόμαστε;
- Τι να γίνει ρε μαλάκα, η μια έχει γκόμενο χίλια χρόνια, η άλλη σε λίγο παντρεύεται...
- Και η μικρή; Ωραία είναι και η μικρή ρε...
- Πλάκα κάνεις ρε; 18 χρονών είναι, θα μας βάλουν φυλακή!
 Έπνιξε ένα ειρωνικό γέλιο μέσα στο σφηνάκι του και μείναμε για λίγο και οι δυο σιωπηλοί.
...
- Ε και τι κάθονται τότε ρε μαλάκα, μου λες; Τι κάθονται και σου μιλάνε και γελάτε και κερνιέστε;
- Τι να σου πω ρε φίλε, είναι τρελές οι γυναίκες.
- Κι εσύ τι κάθεσαι;
- Και γιατί να μην κάτσω ρε, μαλάκας είμαι;